σχιζό metropolitans #0 – Μιλώντας για το έγκλημα (χωρίς καν να χρειαστεί να μιλήσεις γι’ αυτό)

Το βιβλίο «McMafia έγκλημα χωρίς σύνορα» του Misha Glenny κυκλοφόρησε το 2008 και ως θέμα έχει την παρουσίαση του οργανωμένου εγκλήματος, όπως διαμορφώθηκε τις 3 τελευταίες δεκαετίες και ειδικά μετά την πτώση των σοσιαλιστικών χωρών και την απελευθέρωση της αγοράς. Κεντρική θέση του βιβλίου είναι πως από το ’90 και μετά στο οργανωμένο έγκλημα έγιναν τέτοιες αλλαγές, τόσο όσον αφορά την ποιότητα και την ποσότητα όσο και την έκταση, που πλέον δεν μπορούμε να το κατανοήσουμε χρησιμοποιώντας τα θεωρητικά εργαλεία του παρελθόντος.

Με την πτώση των «σοσιαλιστικών» καθεστώτων, στο εσωτερικό των χωρών επικράτησε ολοκληρωτικό χάος. Τα γεγονότα τα τροφοδότησαν 3 πηγές: 1) υπήρχε ένας γιγαντιαίος κρατικός μηχανισμός, (μπάτσοι, ασφαλίτες, πράκτορες) που ενώ για χρόνια ειδικευόταν σε παρακολουθήσεις, κρυφή βία και (κρατικά υποστηριγμένο) λαθρεμπόριο, απολαμβάνοντας ταυτόχρονα ασυλία και υποστήριξη, βρέθηκε από τη μια στιγμή στην άλλη με μισθούς που έκρινε πως δεν του αναλογούσαν, 2) υπήρχε η ανάδυση μιας τάξης καπιταλιστών που σε συνεργασία με τους πρώην γραφειοκράτες συσσώρευσαν απίστευτο κεφάλαιο εν ριπή οφθαλμού και ουσιαστικά από το μηδέν, ξεπουλώντας τον πλούτο του «σοσιαλιστικού» κρατικού μηχανισμού προς όφελός τους. Μία τάξη καπιταλιστών που με δυσκολία θα τους χαρακτήριζε κανείς «επιχειρηματίες», μιας και αυτό που στην ουσία έκαναν ήταν να κλέβουν χρήματα με κάθε νόμιμο ή μη τρόπο. Πιο καλά περιγράφονται ως «οι κουστουμάτοι του οργανωμένου εγκλήματος», 3) και τέλος υπήρχε ένα πλήθος ανθρώπων πληβειακής καταγωγής που μην αντέχοντας άλλο την κατάσταση στην οποία ζούσε συγκρότησε συμμορίες έτοιμες να κάνουν τα πάντα ώστε να επιβιώσουν.

Έτσι, ο μπάτσος και ο πράκτορας (πρώην ή νυν δεν έχει καμία σημασία…) έβαζε τις διασυνδέσεις του και το «know how» της όλης δουλειάς, οι συμμορίες έβαζαν τα μπράτσα και τη βία, οι καπιταλιστές έβαζαν το χρήμα και οργάνωναν την όλη υπόθεση, ενώ οι πρώην γραφειοκράτες και νυν δημοκράτες ενέκριναν και συντόνιζαν (ώστε να τους μείνει και κάτι ως σύνταξη, για τις «υπηρεσίες» τους προς το προλεταριάτο, προφανώς). Σύντομα, ο μηχανισμός έγινε πανίσχυρος και οι μαφίες των χωρών ήλεγχαν την εγχώρια παραγωγή και τον νόμο, ενώ βρίσκονταν ένα βήμα πριν την διεθνοποίηση.

Την ευκολία αυτή τους την παρείχαν οι δρόμοι του λαθρεμπορίου. Το λαθρεμπόριο είναι από τη φύση του διεθνές και οδήγησε τέτοιες ομάδες, που όμοιές τους υπήρχαν σε όλες τις χώρες, να έρθουν σε επαφή, να συνεργαστούν, να συγχωνευτούν, να χαράξουν διεθνή πολιτική, αλλά και να συγκρουστούν σε ένα διεθνές πια επίπεδο. Οι φορολογικοί παράδεισοι της Δύσης προσέφεραν με χαρά τα πλυντήριά τους σε τέτοιες οργανώσεις, τη στιγμή που δυτικοί απολάμβαναν την κόκα που διακινούταν, βίαζαν τις γυναίκες που τους έστελναν και εκμεταλλεύονταν τους εργάτες που έφερναν τέτοιες οργανώσεις.

Βρισκόμασταν μπροστά σε ένα νέο είδος οργάνωσης των εγκληματικών συμμοριών (υποστηρίζει ο συγγραφέας του βιβλίου), πολύ διαφορετικού από ό,τι ξέραμε μέχρι εκείνη τη στιγμή. Οι οργανώσεις αυτές ήταν συγκριτικά γιγάντιες, είχαν υπό τον πλήρη έλεγχό τους ακόμα και ολόκληρους κρατικούς μηχανισμούς, δεν περιορίζονταν ούτε τοπικά ούτε εθνικά, διοικούνταν από ανθρώπους με λογική μάνατζερ (προώθηση προϊόντων, διακίνηση, λογιστική, αναζήτηση κενών της αγοράς, κλπ). Κατά συνέπεια, δύσκολα διέκρινε κανείς τέτοιες οργανώσεις από τις νόμιμες επιχειρήσεις, με δεδομένο μάλιστα πως πολλές είχαν και νόμιμα σκέλη. Φυσικά, στην κατώτατη κλίμακά τους απασχολούσαν ευρύτερες μάζες ανθρώπων που για να επιβιώσουν έκαναν πραγματικά μεροκάματα για το εγκληματικό κεφάλαιο, χωρίς ωστόσο να μπορούμε να χαρακτηρίσουμε όλους αυτούς τους εξαθλιωμένους «μαφιόζους». Η διαπλοκή και το ρίζωμα παρόμοιων οργανώσεων στην κοινωνία ήταν τέτοια που άγγιζαν ουσιαστικά ολόκληρες κοινωνίες, χωρίς καν να το γνωρίζουν αρκετοί.

Έτσι, το βιβλίο μας «ενημερώνει» για τη μετατροπή της μυστικής αστυνομίας της Βουλγαρίας σε κύκλωμα λαθρεμπορίου, για την κατάρρευση της Ρωσίας και τη μετέπειτα άνοδο των ολιγαρχών και την κατάληψη της εξουσίας από αυτούς, για τη μετατροπή των φασιστικών οργανώσεων της Γιουγκοσλαβίας, της Σερβίας και της Κροατίας σε μαφιόζικους μηχανισμούς που τροφοδοτούνται από τον πόλεμο και το εμπάργκο στη χώρα τους, για τη διακίνηση καταναγκαστικά εκπορνευόμενων γυναικών και μεταναστών εργατών στο Ισραήλ, την Ευρώπη και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, διαγιγνώσκοντας το παραπάνω σχήμα σε όλες τις περιπτώσεις.

«Καλοπροαίρετες» ερωτήσεις

Σε μια πρώτη ανάγνωση, το σχήμα του Glenny μοιάζει σωστό. Είναι όμως; Ο συγγραφέας έχει δίκιο∙ κάπου στα μέσα τις δεκαετίας του ’80 το οργανωμένο έγκλημα έκανε όντως στροφή προς κάτι νέο. Είναι όμως οι λόγοι που αναφέρει σωστοί; Γιατί άραγε κάποιος που έκανε το γύρο του κόσμου προσφέροντας (πράγματι) ανατριχιαστικές λεπτομέρειες, δεν βρήκε να πει τίποτα για την Αγγλία, όπου εργαζόταν ως δημοσιογράφος; Εκεί είναι όλα εντάξει; Στην Αμερική; Στη Γαλία; Στη Γερμανία; Στη Δύση στο σύνολό της;

Και αυτό είναι το σημείο μέχρι το οποίο, είτε από ευγένεια είτε από αγνή πίστη στα ιδεώδη των αστών (ναι, καλά…) είτε από φόβο είτε γιατί ρε αδερφέ δεν πληρώνεται για κάτι περισσότερο, μπορεί να φτάσει ένας δημοσιογράφος μιας εφημερίδας σαν τον Observer. Το Μαυροβούνιο ή η Υπερδνειστερία είναι κράτη/μαφίες, λοιπόν. Το να υπονοήσεις, παρόλ’αυτά, πως κάτι τέτοιο συμβαίνει επίσης και σε ορισμένα ανεπτυγμένα δυτικά κράτη συνιστά τουλάχιστον σκάνδαλο. Το να πεις πως συμβαίνει και σε όλα, αυτό είναι ρήξη με την ομερτά. Επειδή το να λες πως το κράτος, ο μηχανισμός που, μεταξύ άλλων, ορίζει τη νομιμότητα και το έγκλημα εγκληματεί και το ίδιο, δεν βγάζει νόημα στην καπιταλιστική λογική. Για τον Glenny, το (ανεπτυγμένο δυτικό) κράτος ορίζει και εγγυάται τη νομιμότητα και δεν μπορεί να μετατραπεί το ίδιο σε εγκληματία και οργανωτή της «παρανομίας».

Συχνά όμως κι ο ίδιος σταματάει σε ερωτήσεις που δεν μπορεί να απαντήσει, χρησιμοποιώντας το σχήμα του. Ορίστε ένα παράδειγμα: «Και ύστερα και όχι για τελευταία φορά η δύση έκανε κάτι εντελώς ανόητο. Στις 30 Μαΐου του 1992 το συμβούλιο ασφαλείας του ΟΗΕ πέρασε το ψήφισμα 754, το οποίο επέβαλε οικονομικές κυρώσεις στη Σερβία και το Μαυροβούνιο. Τα Βαλκάνια, ταλαιπωρημένα από τον πόλεμο, εξαθλιωμένα, τραυματισμένα, ήταν έτοιμα να μετατραπούν σε μηχανή λαθρεμπορίου». Ήταν ανόητος, λοιπόν, ο ΟΗΕ και μετέτρεψε τα Βαλκάνια σε μηχανή λαθρεμπορίου; Κλπ κλπ κλπ

Ο λόγος που ο Glenny δεν μπορεί να απαντήσει σε αυτές τις ερωτήσεις είναι γιατί απλώς δεν είναι δουλειά του ή δεν θέλει να παραδεχτεί πως τα κράτη μπορούν να μετατρέπονται από κυνηγούς του εγκλήματος σε οργανωτές του. Εμείς, βέβαια, δεν τρώμε τέτοια σκαλώματα. Πράγματι, κάπου εκεί στη δεκαετία του ’80 συνέβη μια αλλαγή στο έγκλημα.

Σχετικοποίηση της νομιμότητας

Αν μπορούσαμε να πάμε πίσω στη δεκαετία του ’50, θα βρίσκαμε έναν κόσμο πραγματικά διαφορετικό όσον αφορά το οργανωμένο έγκλημα. Πράγματι, και τότε υπήρχαν μαφίες∙ πράγματι, και τότε υπήρχε έγκλημα. Υπήρχε, όμως, μία σημαντική διαφορά∙ το να ανήκεις σε κάποια παρόμοια οργάνωση σε έβαζε στην κατηγορία του περιθωρίου. Η κοινωνία δεν συμμεριζόταν τους σκοπούς σου και το κράτος σε κυνήγαγε (εξαιρέσεις πάντα υπήρχαν, αλλά εδώ μιλάμε για το ποιος ήταν ο κανόνας). Αυτές ήταν οι εποχές σταθερότητας, της φορντικής ρύθμισης, του κοινωνικού κράτους και του μαζικού εργάτη. Τότε που το νόμιμο ήταν νόμιμο σχεδόν για όλους, ενώ το παράνομο ήταν παράνομο σχεδόν για όλους.

Κάπου εκεί εμφανίστηκαν νέα υποκείμενα που συνέχισαν να κινούνται στο δρόμο των ταξικών αγώνων. Αναφερόμαστε στα κινήματα των δεκαετιών ’60-’70∙ το μείγμα αυτό των πολυποίκιλων αγώνων όπου πρωταγωνιστούσαν ο εργάτης-μάζα, οι γυναίκες, ο τρίτος κόσμος, οι μαύροι και οι μετανάστες, οι φυλές, οι νεολαίοι, οι φοιτητές, η αντικουλτούρα. Δεν επρόκειτο για ένα ενιαίο κίνημα, περιλάμβανε όμως μια ταυτόχρονη επίθεση σε όλες τις πλευρές του καπιταλισμού. Τα κινήματα αυτά έθεσαν ένα κορυφαίο ζήτημα νομιμότητας. Τα άτομα που βρίσκονταν στις γραμμές τους συγκρούονταν με το κράτος, οργανώνονταν με μη επίσημους τρόπους, έκαναν σαμποτάζ στη γραμμή παραγωγής, εκμεταλλεύονταν «καταχρηστικά» τα επιδόματα του Κοινωνικού Κράτους, έκαναν καταλήψεις, έπαιρναν ναρκωτικά, έκαναν εκτρώσεις, δεν σέβονταν τα ήθη, έκαναν ανεπίσημες απεργίες κλπ. Και όλα αυτά σε τέτοια έκταση που άγγιζαν και την τελευταία οικογένεια και το σύνολο σχεδόν του κόσμου. Το μονοπώλιο του κράτους στο να ορίζει τι είναι νομιμότητα είχε, συνεπώς, κλονιστεί. Πλέον, η νομιμότητα επιβαλλόταν από την έκταση και την κοινωνικότητα των κινημάτων (κινημάτων που ήταν και συλλογικά και μαζικά) σε όλους τους τομείς της ζωής.

Φυσικά, τα αφεντικά αντεπιτέθηκαν∙ τα κινήματα υποχώρησαν∙ η ομαλότητα αποκαταστάθηκε∙ ο παλιός κόσμος είχε σωθεί. Αλλά ήταν ένας νέος παλιός κόσμος και η ιστορία δεν γυρίζει προς τα πίσω.

Η μαζικότητα και η συλλογικότητα των κινημάτων εξαφανίστηκε, η σχετικοποίηση όμως της ηθικής της νομιμότητας παρέμεινε. Η νέα σχετικοποιημένη νομιμότητα, ωστόσο, δεν οριζόταν από τις κινηματικές συλλογικότητες, αλλά από το κάθε άτομο χωριστά. Νόμιμο πια ήταν ό,τι μπορούσες να κάνεις χωρίς να μπορεί να σε εμποδίσει κάποιος άλλος. Το νέο παλιό κράτος είχε την ικανότητα να κάνει πολλά, να εμποδίσει πολλούς και να καταναγκάσει περισσότερους, ενώ συχνά διοικούταν και στελεχωνόταν από τους ίδιους που πριν λίγο το πολέμαγαν∙ τους φορείς της νέας ηθικής.

Οι εποχές του τίμιου δημόσιου λειτουργού είχαν τελειώσει. Είχε ανοίξει πλέον ο δρόμος προς έναν κανιβαλικό καπιταλισμό. Το μείγμα του περίπου νόμιμου κεφαλαίου με το περίπου παράνομο κεφάλαιο δημιούργησε το συλλογικό εκφραστή του∙ το κράτος που εγκληματεί και παραβαίνει τους νόμους που το ίδιο θεσπίζει.

Ή θα κερδίσει η βαρβαρότητα ή θα κερδίσει ο προλεταριακός ανταγωνισμός

Αυτό είναι το παρόν κι αυτό είναι το μέλλον που μας επιφυλάσσουν τα αφεντικά μας. Και είναι προφανές πως σε μία περίοδο που ο ανταγωνισμός των από κάτω χαλαρώνει παγκοσμίως, τα αφεντικά θα επαναδιαπραγματευτούν τα πάντα καθορίζοντας νέα, άγραφα πια, όρια της εκμετάλλευσης.

Το ότι τα αφεντικά φτάνουν στο σημείο να μη νιώθουν την αναγκαιότητα να τηρούν τους νόμους που τα ίδια θεσπίζουν είναι σημάδι της δικής τους δύναμης και της δικής μας αδυναμίας. Το ότι πλέον δεν υπάρχει καν η ανάγκη αυτοί οι τυπικοί νόμοι να τροποποιούνται, είναι γιατί για ένα μέρος της εργατικής τάξης η εκτέλεση αντί για την απόλυση, η μετατροπή της εργασίας σε παράνομη, ή τα μεροκάματα σε απροσδιόριστες πανίσχυρες μαφίες δεν αποτελούν ενδεχόμενα, αλλά έχουν γίνει πραγματικότητα. Όσο αδυνατούμε να δώσουμε συλλογικές και δυναμικές λύσεις, όλο και περισσότεροι προλετάριοι θα αναγκάζονται να μπαίνουν κάτω από τις βίαιες φτερούγες του κρατικοποιημένου εγκλήματος. Και αυτό μεταφράζεται σε παρανομοποιημένη, καταναγκαστική εργασία ή στο πώς το προλεταριάτο θα τρώει από τις σάρκες του για πολύ καιρό ακόμα.

1. Η εμπορία εργατικών χεριών είναι τεράστια και επειδή είναι εντελώς παράνομη, με αυτήν μπορούν να ασχοληθούν μόνο οι μαφιόζοι επιχειρηματίες. Για να καλύψουν τη ζήτηση, οι εργοδότες πλησιάζουν τους «αρχιμαφιόζους» στην περιοχή τους ζητώντας να τούς παράσχουν φθηνά εργατικά χέρια. Έτσι, οι παράνομοι εργάτες υποχρεώνονται να μαζεύουν στρείδια στον κόλπο Μοκράμ της Αγγλίας για 1,60 δολάρια την ώρα, ή να σφάζουν αγελάδες στην Πενσυλβάνια σε βιομηχανική βάση για 2,50 δολάρια την ώρα, ή να μαζεύουν ελιές στην Ιταλία, την Ελλάδα και την Ισπανία. (σελ 185)

2. Οι ρωσικές ομάδες προστασίας τη δεκαετία του ’90 είχαν διαφορές σε σχέση με τις κλασικές οικογένειες των μαφιόζων την νότιας Ιταλίας ή της Νέας Υόρκης και του Σικάγο. Ήταν απαραίτητες για την μετάβαση από το σοσιαλισμό στον καπιταλισμό. Παρά τους φόνους και τις ένοπλες συμπλοκές, οι Ρώσοι γκάνγκστερ διασφάλιζαν στην πραγματικότητα έναν βαθμό σταθερότητας κατά τη διάρκεια της οικονομικής μετάβασης… και αυτό το πλαίσιο ακριβώς πρέπει να το λάβουν υπόψη τους οι Ρώσοι και ο έξω κόσμος προκειμένου να κατανοήσουν το φαινόμενο του οργανωμένου εγκλήματος: αναδύθηκε μέσα από τη χαοτική κατάσταση και ήταν ιδιαίτερα βάναυσο, αλλά κατά βάθος η ίδια η δημιουργία του ήταν μια εύλογη αντίδραση απέναντι σε ένα ιδιαίτερα ασυνήθιστο οικονομικό και κοινωνικό περιβάλλον… (σελ 75)

3. Η Ελλάδα αποτελούσε ιδεώδη προορισμό – οι Έλληνες αντιμετώπιζαν με συμπάθεια τους Σέρβους και το βόρειο λιμάνι της χώρας στη Θεσσαλονίκη είχε εξελιχθεί σε ένα από τα σημαντικότερα εφαλτήρια για την αναπτυσσόμενη επιχείρηση παραβίασης των κυρώσεων. «Οι ελληνικές αρχές έκαναν ό,τι μπορούσαν για να διευκολύνουν την παραβίαση του εμπάργκο» παραδέχτηκε αργότερα ο Βάνια (σ.τ.σ Μποκάν )… Ο Μποκάν εξασφάλισε την υπηκοότητα σε χρόνο ρεκόρ χρησιμοποιώντας τις διασυνδέσεις του με την ελληνική υπηρεσία πληροφοριών, και πολύ σύντομα έγινε αστέρι της κοσμικής ζωής της Αθήνας, η οποία μετά την πτώση του κομμουνισμού είχε μετατραπεί σε κοσμοπολίτικη σκηνή. (σελ 46)

Advertisements

Αρέσει σε %d bloggers: