σχιζό metropolitans #0 – Οι «αόρατες» γυναίκες και η ορατή εργασία τους

Εισαγωγή

Σε 60.000 ανέρχονται οι μετανάστριες που εργάζονται ως εσωτερικές οικιακές βοηθοί στην Ελλάδα και τα τελευταία χρόνια ο γραμματέας μεταναστών της ΓΣΕΕ κ. Γιώργος Αλεβυζάκης έχει χειρισθεί 7.500 υποθέσεις. Όπως δήλωσε στο Παγκόσμιο Φόρουμ της Κοινωνίας των Πολιτών για τη Μετανάστευση και την Ανάπτυξη, «όταν κλείσει η πόρτα του σπιτιού δεν ξέρει ποτέ κανένας τι συμβαίνει από πίσω: σεξουαλική εκμετάλλευση, εργασιακή -αφού οι γυναίκες αυτές δουλεύουν από την ώρα που ξυπνούν μέχρι να κοιμηθούν το βράδυ-, μισθολογική, υποτίμηση της προσωπικότητάς τους»…

(Καθημερινή 04/11/09)

Είναι οι «αόρατες» γυναίκες. Οι γυναίκες ενός κόσμου που γεννάει βία σε όλες τις όψεις της ζωής∙ από τη μικροκλίμακα (στο επίπεδο της καθημερινής ζωής) έως τους καπιταλιστικούς ανταγωνισμούς και πολέμους. Μετά την πτώση του ανατολικού μπλοκ αλλά και λόγω του πολέμου στην Ανατολή (πόλεμος στον οποίο συμμετέχει και το ελληνικό κράτος), η ξενιτιά για τους χιλιάδες των μεταναστών και των μεταναστριών που έρχονται στην Ελλάδα μοιάζει να είναι μονόδρομος∙ η μόνη λύση για την επιβίωση.

Το ποσοστό των μεταναστριών που εισέρχονται στη χώρα υπολογίζεται στο 45% του συνόλου του μεταναστευτικού πληθυσμού. Βέβαια, απ’ αυτούς τους υπολογισμούς εξαιρούνται όλες εκείνες οι γυναίκες που δεν «καταγράφονται» πουθενά αλλού παρά μόνο σε έναν «σκοτεινό», παράλληλο κόσμο γεμάτο αλλεπάλληλους βιασμούς∙ βιασμούς σωματικούς, ψυχικούς, διανοητικούς έξω από τις «νορμάλ» κοινωνικές σχέσεις και αντιθέσεις. Και πώς άραγε θα μπορούσε να «μετρηθεί» το εμπόριο γυναικών που ως σκοπό έχει την εκμετάλλευσή τους στις ελληνικές σεξουαλικές φυλακές;

Στις γραμμές που ακολουθούν, δεν θα ασχοληθούμε με το ζήτημα της εμπορίας μεταναστριών στα σεξουαλικά κάτεργα. Κι αυτό όχι γιατί είναι «ανάξιο» σημασίας. Το αντίθετο μάλιστα. Σε αυτό όμως το κείμενο, το οποίο χωρίζεται σε δύο μέρη (το δεύτερο μέρος θα παρουσιαστεί στο επόμενο τεύχος), θα περιοριστούμε σε μια προσπάθεια περιγραφής και ερμηνείας των συνθηκών εργασίας των μεταναστριών. Θα αναφερθούμε κυρίως στην ελαστική εργασία που παρατηρείται στον τριτογενή τομέα της οικονομίας και αφορά τα νοικοκυριά και τις εταιρείες προσωπικών και άλλων υπηρεσιών. Θα προσπαθήσουμε να εξηγήσουμε ποιος είναι ο ρόλος των ιδιωτικών γραφείων ευρέσεως εργασίας και (στο δεύτερο μέρος) των εταιρειών που αναλαμβάνουν εργολαβίες και υπεργολαβίες στο δημόσιο. Για να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι το ίδιο το ελληνικό κράτος είναι παράνομο και προάγει την παρανομοποίηση της εργασίας. Γι’ αυτό και ο μετανάστης εργάτης γενικά, αλλά και η γυναίκα μετανάστρια ειδικότερα προσφέρουν την εργασία τους αναγκαστικά σε συνθήκες δουλείας. Και όλα αυτά, σε μια περίοδο που το ελληνικό κράτος ισχυρίζεται ότι δεν θέλει «παράνομους» εργάτες εντός της επικράτειάς του∙ που προχωράει σε αυστηρότερους ελέγχους στα σύνορα και καταφεύγει σε σκληρότερα μέτρα τάχα για να αντιμετωπιστεί «το πρόβλημα της λαθρομετανάστευσης». Η σκλήρυνση όμως των μέτρων καταστολής δεν έχει τα αποτελέσματα που διατείνεται το κράτος πως έχει. Το αντίθετο.

Ορίστε και μια δήλωση από «έγκυρα» χείλη: «η αυστηροποίηση του θεσμικού πλαισίου με μετατροπή του αδικήματος της διακίνησης παρανόμως εισερχόμενων αλλοδαπών από πλημμέλημα σε κακούργημα δεν θα αποθάρρυνε τα μεταναστευτικά ρεύματα. Απλά θα αύξανε το ‘κόμιστρο’ στην ΕΕ» (Καθημερινή, 14/05/09). Ο εκπρόσωπος του υπουργείου Εμπορικής Ναυτιλίας «έχει τα δίκια του». Αυτό πρέπει να το αναγνωρίσουμε…

Γιατί πολύ απλά το κράτος στην πραγματικότητα δεν θέλει ούτε να κρατήσει τις χιλιάδες των μεταναστών εργατών μακριά από τα σύνορά του ούτε ν’ αποτρέψει την όλο και μεγαλύτερη παρανομοποίησή τους. Αυτό που πραγματικά θέλει είναι από την μια να μπορεί να διατηρεί ένα μεγάλο τμήμα της εργατικής τάξης σε συνθήκες σύγχρονης δουλείας και από την άλλη να μπορεί να ελέγχει τις δραστηριότητες του παράνομου κεφαλαίου, ισχυροποιώντας τους δεσμούς του τελευταίου με το ίδιο το κράτος και τους μπάτσους.

Όσο, λοιπόν, αυστηροποιούνται τα μέτρα και ο έλεγχος των συνόρων, τόσο οι κατά κεφαλήν τιμές που χρεώνουν οι δουλέμποροι αυξάνονται. Μέσα σ’ αυτά τα πλαίσια, κάθε σκλήρυνση της «μεταναστευτικής πολιτικής» σημαίνει και αύξηση των κερδών αυτών των κυκλωμάτων διακίνησης και διαχείρισης των μεταναστών εργατών. Επομένως, οι δουλέμποροι πλέον γίνονται όλο και πιο απαραίτητοι για το πέρασμα από τα σύνορα∙ όλο και πιο απαραίτητοι για την καθημερινή επιβίωση (εξασφάλιση κατοικίας και εύρεση εργασίας) του παρανομοποιημένου εργάτη. Αυτοί διαθέτουν την οργάνωση και τις διασυνδέσεις με το κράτος∙ με λίγα λόγια, αυτοί έχουν τις υποδομές και την τεχνογνωσία που απαιτούνται. Είναι για παράδειγμα κοινός τόπος πως τέτοια κυκλώματα έχουν άκρες με πληθώρα γραφείων «ευρέσεως εργασίας» και «γραφείων ταξιδίων»1, ώστε να βρίσκουν άμεσα δουλειά στους παρανομοποιημένους εργάτες. Οι τελευταίοι, ας μην ξεχνάμε, έχουν να ξεπληρώσουν και «το χρέος τους»…

1. Γυναίκα και μετανάστρια∙ ένας διπλός ρόλος, μια διπλή σκλαβιά

Πόπη: Το ότι είσαι γυναίκα μετανάστρια πώς λειτούργησε και πώς το αξιολογείς;

Μάγια: Το ότι ήμουνα γυναίκα βοήθησε στο να βρω πιο εύκολα δουλειά ώστε να μην μένω χωρίς δουλειά. Αλλά, ξέρω από άλλες συμπατριώτισσές μου πόσο υπέφεραν από εργοδότριες ή εργοδότες. Δηλαδή πολλές φορές δέχθηκαν σεξουαλική παρενόχληση και αναγκάστηκαν να φύγουν από τα σπίτια που δούλευαν. Ή να τους κρατάνε τα διαβατήρια και να μην μπορούν ούτε έξω να βγουν. Να μην τους δίνουν ποτέ δώρο Χριστουγέννων ή άδεια καλοκαιρινή για να πάνε να δουν τις οικογένειές τους. Η φίλη μου η Καίτη είχε 9 χρόνια να πάει στην πατρίδα της. Είναι πολύ σκληρό. Εσείς οι Έλληνες θα έπρεπε να μας καταλαβαίνετε γιατί και εσείς κάποτε υπήρξατε μετανάστες. Πολλές φορές ούτε να φάνε δεν τους δίνουν και δεν ήμασταν έτσι μαθημένες. (δημοσιευμένη συνέντευξη 22/05/09)

Οι γυναίκες μετανάστριες μοιάζει να παρουσιάζουν ένα «διπλό μειονέκτημα»∙ ως γυναίκες και ως μετανάστριες. Ως γυναίκες γιατί, ακόμη και σήμερα, είναι «λογικό» να ταυτίζονται με το σπίτι και την οικογένεια και η ταύτιση αυτή να αντιμετωπίζεται ως «φυσική». Γεγονός που έχει ως αποτέλεσμα, οι εργασίες που κάνουν να θεωρούνται «γυναικείες»∙ συνέχεια των «φυσικών» τους ιδιοτήτων και άρα υποτιμημένες και «ανειδίκευτες». Το δίχως άλλο, γι’ αυτό είναι επίσης ταυτισμένες και με την πιο ωμή σεξουαλική βία (σωματική ή ψυχολογική). Ως μετανάστριες γιατί αν η εργασία μιας γυναίκας μπορεί να είναι μια φορά «αόρατη» (κι όμως τόσο ορατή…), της γυναίκας μετανάστριας είναι δυο φορές «αόρατη». Είναι η εύκολη λεία, βορά για κάθε είδους αρπακτικό∙ για όλους τους μικρούς και μεγάλους απατεώνες, τους μπάτσους, τους νταβάδες και τους δουλεμπόρους.

Επιπλέον, η συγκέντρωσή τους σε συγκεκριμένα επαγγέλματα είναι τόσο μεγάλη σε σύγκριση με τον ντόπιο γυναικείο πληθυσμό ώστε δεν θα ήταν υπερβολή αν ισχυριζόμασταν ότι κάποιες εργασίες θα μπορούσαν πλέον να χαρακτηριστούν «γυναικείες μεταναστευτικές δουλειές». Κι αυτές δεν είναι άλλες από δουλειές του ευρύτερου τομέα παροχής υπηρεσιών που χαρακτηρίζονται ως ιδιαίτερα «επισφαλής»∙ είναι δηλαδή όλες εκείνες οι προσωρινές, ελαστικές και στις περισσότερες των περιπτώσεων ανασφάλιστες σκατοδουλειές∙ οι πληρωμένες με ψίχουλα. Συγκεκριμένα, οι μετανάστριες δουλεύουν κυρίως ως οικιακοί βοηθοί, καθαρίστριες, αποκλειστικές νοσοκόμες, ως οικόσιτο υπηρετικό προσωπικό σε ξενοδοχεία, εστιατόρια και στις μεταποιητικές βιομηχανίες. Όσες λοιπόν καταφέρνουν να μην μπλέξουν στα πλοκάμια της βιομηχανίας του σεξ, που γνώρισε τεράστια άνθιση από το ’90 και μετά, απασχολούνται σε σχεδόν αποκλειστικά υπηρετικές θέσεις. Αυτός ακριβώς ο υποβιβασμός των μεταναστριών επέτρεψε σε ένα μεγάλο αριθμό Ελληνίδων, όχι μόνο από μεγαλοαστικά ή μεσοαστικά όπως στο παρελθόν2 στρώματα αλλά πλέον και από μικροαστικά, να καταφύγουν, συχνά για πρώτη φορά, στην έμμισθη οικιακή εργασία. Έτσι, η μετανάστρια ως οικιακή βοηθός, εσώκλειστη κατά βάση, συνεισφέρει στη βελτίωση της οικονομίας του σπιτιού αποδεσμεύοντας χρόνο και κόπο από τις δουλειές του νοικοκυριού για λογαριασμό του ντόπιου γυναικείου πληθυσμού. Χρησιμοποιείται σαν μέσο «απελευθέρωσης» των μέχρι τώρα έγκλειστων νοικοκυρών, ώστε να βγουν στην αγορά εργασίας και να φέρουν ένα δεύτερο μισθό στο σπίτι3.

ΚΛΑΔΟΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΡΙΩΝ

Ιδιωτικά νοικοκυριά

41%

Κλάδοι υγείας-κοινωνικής μέριμνας και άλλων δραστηριοτήτων παροχής υπηρεσιών

7,5%

Ξενοδοχεία, εστιατόρια

16%

Χονδρικό και λιανικό εμπόριο

10%

Μεταποιητικές βιομηχανίες

8%

*Στοιχεία ΕΣΥΕ, έτος 2005

Συνολικά, δηλαδή, σχεδόν οι μισές μετανάστριες εργάτριες (48,5%) δουλεύουν ως οικιακοί βοηθοί, καθαρίστριες, αποκλειστικές νοσοκόμες, ως οικόσιτο υπηρετικό προσωπικό και σε άλλες σχετικές με την παροχή τέτοιου είδους υπηρεσιών, εργασίες.

2. Γραφεία ευρέσεως εργασίας ή αλλιώς «Εδώ έχουμε ένα σωρό γυναίκες»

Πάμε στο γραφείο… Το σενάριο είναι απλό. Είμαστε δύο αδερφές, η γιαγιά μας είναι κατάκοιτη στο κρεβάτι και χρειάζεται μια κοπέλα για να την φροντίζει. Το γραφείο το έχει ένας πρώην μπάτσος. Χτυπάμε την πόρτα… η πόρτα ανοίγει… ένα σφίξιμο… καμιά εικοσαριά κοπέλες είναι μέσα, στο διπλανό δωμάτιο. Δύο σκατόφατσες στην είσοδο. Ο ένας δεν μιλάει πολύ καλά ελληνικά∙ μας ρωτάει τι θέλουμε και μας οδηγεί σ’ ένα άλλο δωμάτιο. Εκεί έχει ένα γραφείο, καθόμαστε… μια γυναίκα περίπου στα 40 με σπαστά ελληνικά μας δίνει τις πρώτες πληροφορίες μέχρι να έρθει ο πρώην μπάτσος. Θα ακούσουμε στη συνέχεια διάφορα εμετικά περί «εξάμηνης εγγύησης και δυνατότητας αντικατάστασης», θα αναρωτηθούμε προς στιγμή αν ο μπατσοδιακινητής αναφέρεται σε γυναίκες ή καφετιέρες και θα «ισιώσουμε» ακούγοντας ότι «οι περισσότερες δεν θέλουν ασφάλεια»…

Μπάτσος: Και πώς βρήκατε το γραφείο μας;

Εμείς: Από το ίντερνετ.

Μπάτσος: Να προσέχετε γιατί εκεί μπορείτε να βρείτε πολλά παράνομα γραφεία. Εμείς είμαστε νόμιμο. Δηλαδή, είμαστε ιδιωτικό γραφείο και έχουμε και άδεια από το υπουργείο. Ας έρθουμε, όμως, στο θέμα μας. Εμείς εδώ έχουμε ό,τι γυναίκα θέλετε. Έχουμε γυναίκες από την Πολωνία, τη Βουλγαρία, τη Ρουμανία, έχουμε και μαυρούλες. Με την Αλβανία δεν συνεργαζόμαστε, όχι γιατί έχουμε κάτι με τις Αλβανίδες∙ απλά δεν έχουμε επαφές. Άμα θέλετε, μπορείτε να διαλέξετε και τώρα όποια κοπέλα σας αρέσει.

Εμείς: Και πόσο είναι ο μισθός της κοπέλας;

Μπάτσος: Καταρχήν θα πρέπει να ξέρετε ότι εμείς νοικιάζουμε κοπέλες με εξάμηνη εγγύηση. Μπορεί δηλαδή να μην αρέσει στη γιαγιά, για παράδειγμα, οπότε μπορούμε να σας την αντικαταστήσουμε. Αφού μας δώσετε πρώτα 250 ευρώ συν το ΦΠΑ, δηλαδή 300 ευρώ σύνολο, μπορούμε να σας τη φέρουμε σήμερα κιόλας. Ο μισθός, γι’ αυτές που δεν ξέρουν ελληνικά είναι 400 ευρώ τον μήνα, γι’ αυτές που ξέρουν λίγα είναι 500 ευρώ για 24 ώρες το εικοσιτετράωρο. Δεν σας συμφέρει να έρχεται για λίγες ώρες, βγαίνει μία η άλλη. Φαντάζομαι θα έχετε κάπου να την κοιμήσετε και να τής δίνετε ένα πιάτο φαΐ. Αυτές που ξέρουν ελληνικά παίρνουν 600 ευρώ και 700 ευρώ αυτές που έχουν και πτυχίο νοσηλευτικής. Νομίζω ότι η τελευταία περίπτωση για σας είναι ό,τι πρέπει. Η γυναίκα θα είναι περίπου 50 χρονών. Τι λέτε;

Εμείς: Κοιτάξτε, θέλουμε πρώτα να το σκεφτούμε… θα θέλαμε όμως να ρωτήσουμε και κάτι άλλο. Θα πληρώνουμε και την ασφάλιση της κοπέλας ή φροντίζετε εσείς γι’ αυτό;

Μπάτσος: Α! Μα οι περισσότερες δεν θέλουν ασφάλεια. Και όσες θέλουν είναι αυτασφάλιστες. Δεν χρειάζεται ν’ ανησυχείτε γι’ αυτό. Και μην ξεχνάτε αυτό που σας είπα στην αρχή∙ να προσέχετε τα παράνομα γραφεία!

Προφανώς, το γραφείο που επισκεφτήκαμε, όπως και τόσα άλλα που ξεφύτρωσαν κατά εκατοντάδες (παράνομα και μη) και ως δια μαγείας (;) μετά την πτώση του ανατολικού μπλοκ, είναι στα χαρτιά ένα καθ’ όλα νόμιμο γραφείο με παράνομες, όμως, δραστηριότητες και μάλιστα με την άδεια ή καλύτερα με τις ευλογίες του ίδιου του κράτους. Το μόνο χαρακτηριστικό που μοιάζει να το διαφοροποιεί από τα παράνομα γραφεία είναι ότι οι μετανάστριες που «νοικιάζει» προέρχονται από κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ενωσης, γι’ αυτό και δεν υπάρχουν δίκτυα με την Αλβανία.

Αυτές, λοιπόν, οι εγκληματικές εταιρείες ενοικίασης εργαζομένων, οι οποίες τελικά νομιμοποιήθηκαν το 2001, τροφοδοτούν τα ελληνικά νοικοκυριά με οικιακές εργάτριες και όχι μόνο4. Εργάτριες που δουλεύουν με τους χειρότερους όρους, μαθαίνοντας να ζούνε απομονωμένες στην κουζίνα για να μαγειρεύουν, να τρίβουν πατώματα, να φροντίζουν παιδιά και ηλικιωμένους. Εργάτριες που αναγκάζονται να δουλεύουν μέσα σε συνθήκες δουλείας, με εξευτελιστικούς μισθούς, χωρίς άδειες, ένσημα, αργίες, δικαιώματα, προσωπική ζωή και χρόνο.

Εν ολίγοις, οι οικιακές εργάτριες ζούν αναγκαστικά μέσα σε καθεστώς ανυπαρξίας με την κοινωνικότητά τους να είναι από ελάχιστη έως μηδαμινή. Κι όσο για το ενδεχόμενο να διεκδικήσουν τα αυτονόητα, κάτι τέτοιο φαντάζει (αρχικά) από αστείο έως αδύνατο5. Γι’ αυτή τη συνθήκη, της πιο στυγνής εκμετάλλευσης των μεταναστριών ευθύνεται, και συμπεριφέρεται αναλόγως, ο «άνθρωπος της διπλανής πόρτας». Σε τελική ανάλυση, αυτού του είδους η «παράνομη» εργασία (που πιθανώς κάποιος καλοπροαίρετος να θεωρούσε αδιανόητη) χαίρει μεγάλης εκτίμησης τόσο από ευρύτερα κομμάτια της ελληνικής κοινωνίας (αφού κάνουμε τη δουλειά μας, βρε αδελφέ…), όσο και από το ίδιο το κράτος. Πρόκειται, άλλωστε, για κομβικής σημασίας υπηρεσίες που διασφαλίζουν την κοινωνική αναπαραγωγή και άρα τη διατήρηση της καπιταλιστικής κανονικότητας (τι θα γινόταν άραγε αν όλες αυτές οι νοσοκόμες, νταντάδες, καθαρίστριες, κ.ά, κατέβαιναν σε απεργία έστω και για μια ημέρα; Πώς θα απορροφούσε τότε η «υπέροχη» ελληνική οικογένεια τους κραδασμούς από τη μετωπική σύγκρουση με τις αγγαρείες της καθημερινότητας;).

Η βία και οι μέθοδοι του παράνομου κεφαλαίου μοιάζει να έχουν υιοθετηθεί ως κοινωνικά αποδεκτό αξιακό σύστημα. Και ένα φάντασμα πλανιέται πάνω από τα κεφάλια μας∙ αυτό της απόλυτης συνενοχής στα εγκληματικά σχέδια του ελληνικού κράτους και των ντόπιων αφεντικών. Μέχρι πότε, όμως;

1 Έλα ντε, «Γίνονται αυτά σήμερα, και μάλιστα στη Γερμανία;»: Το περίπτερο μεγάλης πολυεθνικής εταιρείας διαχείρισης ανθρώπινου δυναμικού σε οικονομική έκθεση ήταν σχεδόν έτοιμο. Οι άνθρωποί του ετοίμαζαν τις τελευταίες λεπτομέρειες όταν μια κυρία από διπλανό περίπτερο απευθύνθηκε στους «γείτονές» της για κάποια τεχνική εξυπηρέτηση. Μιας και μπήκε λοιπόν στο περίπτερο θεώρησε σκόπιμο να λύσει την απορία της: «εσείς με τι ασχολείσθε;» για να λάβει την απάντηση: «γραφείο ευρέσεως εργασίας». Η απάντηση του εκπροσώπου της πολυεθνικής εταιρείας ήταν φαίνεται αυτό που περίμενε: «Α, μάλιστα είμαστε συνάδελφοι!» είπε η κυρία του τουριστικού γραφείου, γεγονός φυσικά που προκάλεσε μεγάλη έκπληξη στους ανθρώπους της πολυεθνικής εταιρείας, οι οποίοι βεβαίως δεν μπορούν να ερμηνεύσουν πως ένα τουριστικό γραφείο και μια επιχείρηση διαχείρισης ανθρώπινου δυναμικού είναι του ίδιου κλάδου. Όταν λοιπόν την ρώτησαν αυτή απάντησε: «Μα, είναι απλό. Βρίσκουμε εποχικούς εργάτες σε επιχειρήσεις της Γερμανίας, στους οποίους κανονίζουμε τα πάντα. Διαβατήρια, εισιτήρια, τόπο διαμονής και πιάνουν βέβαια δουλειά». Οι άνθρωποι της πολυεθνικής επιχείρησης φυσικά αναρωτήθηκαν: «Γίνονται αυτά σήμερα, και μάλιστα στη Γερμανία;». (Το ΒΗΜΑ, 01/04/2001)

2 Μαζί με τις πισίνες, οι Φιλιππινέζες αποτέλεσαν σύμβολο του πλούτου και της λογικής μιας ορισμένης τάξης.

Την περίοδο μετά το ’70, επί χούντας δηλαδή, το ελληνικό κράτος έκανε διακρατικές συμφωνίες με ασιατικά ή αφρικανικά κράτη. Οι μισθοί που αναλάμβαναν να πληρώνουν τα ελληνικά αφεντικά βάσει αυτών των διμερών κρατικών συμβάσεων, ήταν ανάλογοι των μισθών στην χώρα προέλευσης των εργατών.

3 Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στη μελέτη «Κόσμος της οικιακής εργασίας, φύλο, μετανάστευση και πολιτισμικοί μετασχηματισμοί στην Αθήνα του πρώιμου 21ου αιώνα», Εκδόσεις Αλεξάνδρεια, 2009, «η «εκπαίδευση στα του οίκου» των αλβανίδων μεταναστριών (από τις αρχές της δεκαετίας του ’90) από τις Ελληνίδες εργοδότριες υπήρξε μια «εκπολιτισμική διαδικασία»». Τις κάνανε «ανθρώπους», δηλαδή…

4 Βέβαια αυτά τα γραφεία δεν περιορίζονται μόνο στην εξυπηρέτηση των ελληνικών νοικοκυριών, αλλά οι δραστηριότητές τους επεκτείνονται και σε άλλους τομείς παροχής υπηρεσιών, αφού από το 2001 και μετά έχουν όλο το ελεύθερο να συνάπτουν συμφωνίες και με το δημόσιο. Εις βάρος, εννοείται, των εργαζομένων οι οποίοι με αυτό το καθεστώς από άλλον προσλαμβάνονται και για άλλον δουλεύουν. Χάος (ή μήπως όχι;…). Αλλά γι’ αυτό θα μιλήσουμε στο επόμενο τεύχος, όταν θα εξετάσουμε πώς λειτουργούν οι εργολαβίες και υπεργολαβίες στο δημόσιο.

5 Αν τα έχεις ζήσει στο πετσί σου, συνήθως τα λες και καλύτερα:

1. «Δουλεύουμε στα σπίτια και δεν μπορούν να καταλάβουν ότι αυτή είναι η δουλειά μας. Θέλουν να καθόμαστε περισσότερο αλλά δεν δίνουν παραπάνω λεφτά. Και σου λένε, κάνε αυτό, κάνε το άλλο, δεν έχεις τελειώσει ακόμα, έχεις μισή ώρα ακόμα. Και μαλώνω, αλλά ξέρεις, δεν είναι ωραίο να μαλώνεις, όλη την ώρα», αναφέρεται στη μελέτη για την οικιακή εργασία, ό.π.

2. «Οι περισσότερες φοβούνται να μιλήσουν και αυτό κάνει τις συνθήκες εργασίας πολύ δύσκολες. Κάθε Ουκρανή κρύβει και μια προσωπική τραγωδία. Προτού κατασταλάξουν σε μια δουλειά όπου δεν θα καταπιέζονται ή δεν θα παρενοχλούνται σεξουαλικά, αλλάζουν μισή ντουζίνα δουλειές. Οι περισσότερες που δουλεύουν χωρίς χαρτιά, με μισούς μισθούς, σε σπίτια να φροντίζουν οικογένειες ή ηλικιωμένα άτομα, σε μαγαζιά να καθαρίζουν ή και στη νύχτα με τα διάφορα παρακλάδια της, είναι άτομα συνήθως υψηλού επιπέδου που ξαφνικά βρέθηκαν στον πάτο μιας καινούριας και άγνωστης κοινωνίας». (Γκαλίνα Κάκου, πρόεδρος της ελληνοουκρανικής κοινότητας της Αθήνας).

3. «Στην πόλη μου, στα σύνορα Ουκρανίας και Πολωνίας έχει μείνει μόνο η μαφία. Εγώ έφυγα το 1994, αλλά πριν δούλεψα και στην Πολωνία, έμαθα να ζω στη ξενιτιά. Στην Ελλάδα έξι χρόνια έμεινα με μια καλή οικογένεια, χωρίς ρεπό και ιδιαιτέρες απολαύσεις, αλλά ήταν καλοί άνθρωποι και δεν έχω παράπονα. Εγώ ήμουνα από τις τυχερές, άλλες ξέπεσαν στην πορνεία και στη νύχτα.», λέει η 36χρονη Νάντια από το Κλουζ της Ρουμανίας.


Αρέσει σε %d bloggers: