σχιζό metropolitans #1 – Take your time, hurry up… Fight them back

Πρόκειται για μια «έξυπνη» μέθοδο. Απαλλάσσεσαι από τα «γνωστά» και τα πάντα γίνονται «πρωτόγνωρα». Το κάθε τι προκαλεί μια διάχυτη έκπληξη (για άλλους αρνητική για άλλους θετική), αφού δεν μπορεί να συνδεθεί με τα προηγούμενα και φυσικά δεν εντάσσεται σε καμία διαδικασία κατανόησης και εκτίμησης για τα επόμενα. Συνεχώς όλα ξεκινάνε απ’το σημείο μηδέν, σαν να μην υπάρχει παρελθόν∙ σαν να μην υπάρχει μέλλον. Έτσι, είναι όμως στα χρόνια της απουσίας οργανωμένου ταξικού ανταγωνισμού, στα χρόνια της ταξικής ήττας. Και ταξική ήττα σημαίνει, εκτός όλων των άλλων, καλλιέργεια ενός τρόπου σκέψης που παράγει ξεκάρφωτους συλλογισμούς, συναισθηματικές εξάρσεις και αδυναμία αυτοπροσδιορισμού. Γι’ αυτό και όσοι μιλάνε για το ζήτημα της μετανάστευσης γενικότερα και του νομοσχεδίου για τη νομιμοποίηση ειδικότερα (από θέσης ισχύος), μιλάνε σαν να πάσχουν από κάποιου είδους «πολιτικο-κοινωνικού Αλτσχάιμερ» και σαν να απευθύνονται σε επίσης ασθενείς. Από επιλογή, εννοείται. Άλλωστε δεν είναι δική τους αρμοδιότητα να σχοληθούν με τα «γνωστά».

Τα πρωτόγνωρα…

Εκπλήσσεται, τάχα, η (ακρο)δεξιά με τις πολιτικές ακροβασίες του «σοσιαλιστή» Παπανδρέου που δεν έχει ιερό και όσιο και θέλει να εξαφανίσει τον «πολύπαθο ελληνισμό» από προσώπου γης. «Οι Έλληνες είναι λαός, δεν είναι πληθυσμός. Η ταυτότητα είναι αυτή που μετατρέπει τον γεωγραφικό χώρο σε ενιαία χώρα και τον τοπικό πληθυσμό σε λαό»1, ξεφωνίζει ο γνωστός κύριος Σαμαράς, «Έλληνας γεννιέσαι, δεν γίνεσαι», κραυγάζουν τα διαφόρων τάσεων φασιστικά καθάρματα που απαιτούν παράλληλα τη διενέργεια δημοψηφίσματος, «Η εύκολη παραχώρηση ιθαγένειας στα παιδιά είναι από μόνη της ένα κίνητρο για τους παράνομους μετανάστες να τεκνοποιήσουν»2, υποστηρίζει από της στήλες της «έγκριτης» Καθημερινής ο political correct ρατσιστής αρθρογράφος.

Γιατί, όμως, τόσο άγχος; Δεν έχουν εμπιστοσύνη οι κατά τόπους ακροδεξιοί στο κατά τεκμήριο εθνικιστικό και ρατσιστικό ελληνικό κράτος; Δεν γνωρίζουν ότι ο μηχανισμός δουλεύει ρολόι, χωρίς «ελευθεριακές» παρεκκλίσεις ή χίπικες αναζητήσεις; Η απάντηση είναι προφανής: φυσικά και το γνωρίζουν. Απλώς κάνουν τη δουλεία τους, προσφέροντας τις υπηρεσίες τους, τονώνοντας το ξενοφοβικό ηθικό των οπαδών τους και στην τελική δηλώνοντας παρών, ως διαμορφωτές της πολιτικής πραγματικότητας. Γιατί πόσο ανησυχητικό και πρωτοποριακό μπορεί να είναι το εν λόγω νομοσχέδιο από τη στιγμή που αναφέρεται αποκλειστικά και μόνο στους «νόμιμους», δηλαδή «εκείνους που νομιμοποιήθηκαν τα τελευταία 20 χρόνια, με τελευταία διαδικασία αυτή του 2005-2007, όταν νομιμοποιήθηκαν 150.000 οικονομικοί μετανάστες, όσοι δηλαδή είχαν έρθει στην Ελλάδα έως την 1/1/2005»3. Πόσο πιο ξεκάθαρος να γίνει ο κύριος υπουργός Εσωτερικών για να ηρεμήσουν τα κάθε είδους φασιστοειδή που δήθεν τρέμουν ότι «το μήνυμα πως η Ελλάδα δίνει σχετικά εύκολα ιθαγένειες θα φθάσει στις χώρες προέλευσης των παράνομων μεταναστών και θα τροφοδοτήσει το ρεύμα παράνομης μετανάστευσης»4;

Κι η Αριστερά; Εκπλήσσεται κι αυτή (απ’την ανάποδη, για να είμαστε και δίκαιοι…) με τη δήθεν αποφασιστικότητα της κυβέρνησης που επιτέλους είπε να προωθήσει ένα «δημοκρατικό» μέτρο. Και μέσα στη βολική της τύφλωση χαρακτηρίζει το νομοσχέδιο «σημαντική και θετική τομή» που θεωρεί ότι «δικαιώνει τις διεκδικήσεις της για τη συμπερίληψη χιλιάδων συνανθρώπων μας στην ελληνική δημοκρατική πολιτική κοινότητα»5. Μάλιστα. Όντας απαλλαγμένη από τις «αγκυλώσεις» του παρελθόντος, η New Age Αριστερά με την «καρδιά (και το μυαλό) μικρού παιδιού» εξακολουθεί να νομίζει ότι είναι ο τιμητής και εγγυητής της προόδου. Είναι κι αυτό μια παρηγοριά για ν’αντέξει κανείς τη σαπίλα της πολιτικής του κατάντιας. Όπως, φανταζόμαστε, ισχύει στην περίπτωση του κυρίου καθηγητή του Παντείου που «κακίζει»6 το ελληνικό κράτος. Προς το παρόν, όλοι αυτοί οι ευαίσθητοι ανθρωπιστές που πνίγουν τις πρωτοκοσμικές τους τύψεις με φιλανθρωπίες προς τους «κακόμοιρους» και «ανήμπορους» μετανάστες, ας αρκεστούν στη μεγαλοθυμία του Κράτους που θεσπίζει το δικαίωμα ψήφου στις τοπικές εκλογές πρώτου βαθμού σε ομογενείς και μετανάστες που διαμένουν νόμιμα στη χώρα, εφόσον έχουν οριστικές άδειες διαμονής. Οι τελευταίοι, θα μπορούν να εκλέγονται ως και δημοτικοί σύμβουλοι (;!) υπό την προϋπόθεση ότι μιλούν επαρκώς την ελληνική γλώσσα.

Όμως τι πρωτόγνωρο μπορεί να έχει ένα νομοσχέδιο που προβλέπει ότι για να δοθεί η ιθαγένεια στα παιδιά των μεταναστών, πρέπει οι γονείς τους να διαμένουν νόμιμα στην Ελλάδα πέντε τουλάχιστον χρόνια; Αν, τώρα, τα πιτσιρίκια δεν είχαν την «τύχη» να γεννηθούν εδώ, θα πρέπει να φοιτήσουν έξι (και όχι τρία όπως είχε αρχικά ανακοινωθεί) χρόνια σε ελληνικό σχολείο. Από την άλλη, όσον αφορά τους ενήλικες, ένας μετανάστης θα πρέπει να διαμείνει επί πέντε χρόνια στην Ελλάδα, να γνωρίζει επαρκώς την ελληνική γλώσσα και Ιστορία (όπως συμβαίνει, άλλωστε, και με το μέσο Έλληνα…), να έχει ενταχθεί ομαλά στην οικονομική και κοινωνική ζωή της χώρας και να έχει εξοικειωθεί πλήρως με τους θεσμούς του πολιτεύματος της Ελληνικής Δημοκρατίας. Παράλληλα, χρειάζεται τρεις συστατικές επιστολές Ελλήνων πολιτών που θα εγγυώνται (από ποια θέση και έχοντας τι είδους «σχέση» με το μετανάστη, άραγε;) ότι είναι «καλό καγαθό παιδί», ενώ δεν προβλέπεται η απόδοση ιθαγένειας για όσους υπάρχουν τελεσίδικες καταδικαστικές αποφάσεις για τρομοκρατία, ληστεία, οργανωμένα εγκλήματα, αλλά και αντίσταση κατά της αρχής. Όχι, παίζουμε…

… και τα γνωστά

Τίποτα το πρωτόγνωρο, όλοι θα πρέπει να είναι ικανοποιημένοι. Και πώς αλλιώς, αφού όσο η εργατική τάξη λάμπει διά της απουσίας της από το προσκήνιο είναι εφικτό ένα ζήτημα όπως η μεταναστευτική πολιτική να μην αντιμετωπίζεται ως αυτό που είναι (πολιτική της εργασίας), αλλά ως κάτι επιμέρους που εμφανίστηκε έτσι από το πουθενά και ανάλογα με το που στέκεται κανείς (στα δεξιά ή στα αριστερά) μπορεί να επιλέξει να ταυτιστεί με τις παραδοσιακές, δοκιμασμένες μεθόδους του «έξω οι ξένοι» ή με τον αριστεροχαρούμενο εθελοντισμό του «σώστε τους μετανάστες-μετανάστες». Όλα καλά για το ελληνικό κράτος που δεν έχει κανέναν αξιόλογο αντίπαλο μέσα στα πόδια του και αξιοποεί κατά το δοκούν τόσο το ρατσιστικό μίσος των φασιστοκαθαρμάτων (κάποιος πρέπει να κάνει και τη βρώμικη δουλειά) όσο και τον ανθρωπισμό των σαχλοδημοκρατών. Όλα καλά, που καταφέρνει να οργανώνει την οικονομία της εργασίας, χωρίς κανένας να μιλάει γι’ αυτό.

Αλλά ποιος να μιλήσει; Οι αρμόδιοι για να ασχοληθούν με τα «γνωστά», βρίσκονται σε ταξίδι για δουλειές. Οι προλετάριοι αδυνατούν ακόμα και να ορίσουν τον εαυτό τους ως τέτοιον. Αδυνατούν να δουν ότι η κρατική πολιτική που στοχεύει στη δημιουργία μεταναστών πολλών ταχυτήτων (ούτε όλοι νόμιμοι ούτε όλοι παράνομοι), που διασφαλίζει ότι όλες αυτές οι προϋποθέσεις για τη νομιμοποίηση δεν είναι παρά προϋποθέσεις για την παρανομοποίηση της συντριπτικής πλειοψηφίας του μεταναστευτικού πληθυσμού και έρχεται να προστεθεί στην πάγια τακτική της καταστολής και του εγκλεισμού στα σύγχρονα στρατόπεδα συγκέντρωσης (η οποία χαίρει της αποδοχής της πλειονότητας της ελληνικής κοινωνίας), καθορίζει με ποιο τρόπο διατίθεται το προϊόν «εργασία». Ελέγχει την κατανομή της εργασίας σε νόμιμη και παρανοποιημένη, συμβάλλοντας στην αύξηση του ποσοστού κέρδους των αφεντικών, ενώ ταυτόχρονα συστηματοποιεί τις μεθόδους εκμετάλλευσης και τις κοινωνικές σχέσεις που αυτές γέννησαν τα τελευταία είκοσι χρόνια.

Για να το πούμε αλλιώς, το ελληνικό κράτος επιχειρεί να διαχειριστεί με πιο επαγγελματικό τρόπο μια κανονικότητα που άρχισε να διαμορφώνεται πριν από είκοσι χρόνια, με την έλευση των πρώτων μεταναστευτικών κυμάτων από τα Βαλκάνια και την Ανατολική Ευρώπη. Μια κανονικότητα, η οποία είχε τέτοιο πλεόνασμα στυγνής βίας και καθολικής εκμετάλλευσης που μπόρεσε να μεταβάλει καθοριστικά τόσο τις εργασιακές όσο και τις διαπροσωπικές σχέσεις. Απ’ αυτήν ακριβώς την κανονικότητα της ανασφάλιστης, πολύωρης και προσωρινής εργασίας, των συνθηκών δουλείας στα κάτεργα της ελληνικής επαρχίας (είτε πρόκειται για χωράφια είτε για κωλόμπαρα), της απουσίας σχεδόν κάθε έννοιας ταξικής συνείδησης και αλληλεγγύης που με τόσο ζήλο χτίστηκε τις προηγούμενης δεκαετίες σε βάρος των χιλιάδων μεταναστών εργατών και εργατριών, δεν μπορεί να εξαιρεθεί η ντόπια εργατική τάξη. Γιατί ό,τι δοκιμάζεται στο πιο αδύναμο κομμάτι, δεν δοκιμάζεται «τσάμπα». Δοκιμάζεται με σκοπό να επεκταθεί∙ με σκοπό να ανοίξει νέες ζώνες κέρδους. Και ως γνωστόν, το κέρδος δεν καταλαβαίνει από εθνοτικά ή θρησκευτικά πρόσημα, παρά μόνο από ταξικά.

Mια κοινωνική διαδικασία στο φούρνο μικροκυμάτων

Η μόνη, λοιπόν, νομιμοποίηση που θα ήταν άξια λόγου και θα είχε κάποιο ουσιαστικό νόημα, θα ήταν η έμπρακτη νομιμοποίηση που θα επιβαλλόταν «από τα κάτω». Γιατί η επίτευξη της συνύπαρξης με όρους ανταγωνιστικούς απέναντι στην καπιταλιστική βαρβαρότητα και η αποδοχή της κοινής μοίρας ελληνικής και μεταναστευτικής καταγωγής εργατών δεν συνιστούν ένα όνειρο που θα πραγματοποιηθεί από το φιλεύσπλαχνο κράτος. Συνιστούν μια διεργασία∙ μια κοινωνική διαδικασία που απαιτεί την καθημερινή τριβή και την ταξική επιλογή, ώστε να γίνει κοινωνικό βίωμα. Εντάξει∙ αυτά δεν γίνονται από τη μια στιγμή στην άλλη. Αλλά εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με προ-μαγειρεμένα φαγητά που τα πετάμε στο φούρνο μικροκυμάτων και σε χρόνο dt είναι έτοιμα∙ έχουμε να κάνουμε με σύνθετες και μακροχρόνιες προσπάθειες που εξελίσσονται στο εργοστάσιο της καθημερινότητας, επηρεάζοντας κάθε πτυχή του κοινωνικού. Δεν βιαζόμαστε, όμως. Και πολύ περισσότερο δεν βαριόμαστε…

1 Τα Νέα, 18/01/2010.

2 Ο Σταύρος Λυγερός δίνει τα ρέστα του. Καθημερινή, 3/01/2010

3 Ο Ραγκούσης δεν άφησε περιθώρια παρερμηνειών κατά την κατάθεση του επίμαχου νομοσχεδίου στη Βουλή. Έθνος, 4/02/2010

4 Ο Λυγερός ξαναχτυπά, ό.,π.

5 Αυγή, 17/01/2010.

6 Ο κύριος Δημήτρης Χριστόπουλος, επίκουρος καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας, δηλώνει με αφέλεια πεντάχρονου: «κακίζω το ελληνικό κράτος επειδή δεν έκανε τα στοιχειώδη. Όλη η δεκαετία του 1990 πέρασε χαμένη: η μόνη υπηρεσία που ασχολούνταν με το μεταναστευτικό ήταν η αστυνομία». Αυγή, 17/01/2010. Το ελληνικό κράτος, βέβαια, «άδικα» εγκαλείται από τον αριστεροτραφή διανοούμενο…


Αρέσει σε %d bloggers: