σχιζό metropolitans #10 – Επαγγελματικό καθήκον. Ο Weber και η ηθική της εργασίας

Μια αυτονόητη κατάκτηση

Όταν σήμερα ένας εργοδότης αναζητά εργάτη, κάποια πράγματα τα θεωρεί δεδομένα. Ακόμα και όταν ένας εργάτης αναζητά εργασία, τα ίδια πράγματα επίσης τα θεωρεί δεδομένα. Ξέρουν και οι δύο πως ο ένας πουλάει την εργατική του δύναμη σε αντάλλαγμα χρημάτων που θα του επιτρέψουν να επιβιώσει. Όσο “κακός” (και εμείς με αυτούς είμαστε) εργάτης και να είναι κάποιος θα κινηθεί μέσα σε κάποια πλαίσια. Μπορεί να λουφάρει, μπορεί να τσακώνεται με τους υπόλοιπους συναδέλφους του, μπορεί να είναι ασυνεπής και ανεύθυνος, μπορεί να συνδικαλίζεται ή τέλος πάντων να έχει μία από όλες αυτές τις εξοργιστικές για τα αφεντικά συμπεριφορές, θα καταλαβαίνει όμως πως πρέπει, αν θέλει να επιβιώσει, να περάσει μέσα από αυτές τις διαδικασίες. Πως “η δουλειά στο τέλος θα πρέπει να γίνεται” και πως θα πρέπει να ανανεώνει αυτόν τον κύκλο για όσο χρειάζεται.

Αυτή η συνείδηση (ή συνειδητοποίηση) προέρχεται από το απλό γεγονός πως για τον εργάτη μόνο μια διέξοδος επιβίωσης μπορεί να υπάρχει: η συμμόρφωση στους κανόνες λειτουργίας της εργασίας. Είναι η καθημερινή οικονομική βία που συναντά ο εργάτης, με τις αμείλικτες κατευθύνσεις της, που εκπαιδεύει τελικά τον εργάτη σε ένα μέσο εργασιακό ήθος. Για τη συγκεκριμένη διαδικασία είχε μιλήσει και ο Μαρξ στο Κεφάλαιο: “Στην παραπέρα πορεία της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής αναπτύσσεται μια εργατική τάξη που από αγωγή, παράδοση και συνήθεια αναγνωρίζει σαν αυτονόητους φυσικούς νόμους τις απαιτήσεις του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής… ο βουβός εξαναγκασμός των οικονομικών σχέσεων επισφραγίζει την κυριαρχία του κεφαλαιοκράτη πάνω στον εργάτη. Είναι αλήθεια πως εξακολουθεί να χρησιμοποιεί την εξωοικονομική, άμεση βία, μόνο όμως σαν εξαίρεση. Για τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ο εργάτης μπορεί να να αφεθεί στην επενέργεια των “φυσικών νόμων τις παραγωγής”, δηλ. την εξάρτησή του από το κεφάλαιο”1.

Όσο και αν όλα αυτά σήμερα μοιάζουν προφανή στην Ευρώπη, δεν ήταν πάντα έτσι και δεν ήταν και παντού έτσι. Όταν οι λευκοί φτάσανε στην Αμερική, για παράδειγμα, προσπάθησαν να χρησιμοποιήσουν τους Ινδιάνους ως εργάτες στα ορυχεία τους. Η πλήρης άρνηση των Ινδιάνων να συνεργαστούν με τους λευκούς οδήγησε σε ένα υψηλό επίπεδο βίας που τελικά αφάνισε σχεδόν ολοκληρωτικά τον πληθυσμό των Ινδιάνων και ανάγκασε τους λευκούς στην εισαγωγή μαύρων σκλάβων από την Αφρική. Παρόλ’ αυτά, ακόμα και μπροστά στον πλήρη αφανισμό τους, οι Ινδιάνοι δεν μπόρεσαν να αντεπεξέλθουν/ενσωματωθούν στις απαιτήσεις των λευκών. “Η εργασία είχε εντελώς διαφορετική πολιτισμική αξία στον κόσμο των Ινδιάνων σε σχέση με τον λευκό κατακτητή. Η έννοια του συστηματικού κέρδους δεν υπάρχει στους παλαιούς πολιτισμούς και όλες οι μορφές εργασίας στοχεύουν αποκλειστικά στην επιβίωση. Η κοσμοθεωρία ζωής του αρχαίου κόσμου είναι το «εργάζομαι για να ζω» σε αντίθεση με την προτεσταντική κοσμοθεωρία του χριστιανού αποικιοκράτη που συνοψίζεται στο «ζω για να εργάζομαι»”.2 Δεν μπορούσαν να καταλάβουν οι Ινδιάνοι γιατί θα πρέπει χωρίς λόγο να πεθάνουν στις δουλειές των λευκών. Τους φαινόταν πιο λογικό να πεθάνουν συγκρουόμενοι με τον λευκό.

Αντίστοιχο πρόβλημα μοιάζει να συναντούν ακόμα και σήμερα διάφορες βιομηχανίες που μετακινούνται εκτός Ευρώπης, αναζητώντας φτηνή εργασία, σε χώρες που δεν έχουν μακριά παράδοση καπιταλισμού. Για παράδειγμα, πολλές βιομηχανίες στην Κίνα φαίνεται πως συναντούν μια, κατά κάποιο τρόπο, πολιτισμική αντίσταση των εργατών στην εργασία και τις απαραίτητες προϋποθέσεις της. Οι εργάτες δεν είναι πολύ ευέλικτοι, δυσκολεύονται με τους κανόνες πειθαρχίας των εργοστασίων, οπότε επιστρετεύονται τα μεγάλα μέσα”· οι πολύ χαμηλοί μισθοί και η άμεση βία αναλαμβάνουν να τους “εκπαιδεύσουν” σε αυτά που στην Ευρώπη θα θεωρούνταν αυτονόητα. Και αν η ωμή βία φαντάζει “φυσιολογική” στην περίπτωση που τα αφεντικά έχουν να κάνουν με απείθαρχους προλετάριους, δεν είναι καθόλου έτσι στην περίπτωση που χρειάζονται στελέχη ή και υπερειδικευμένους υπαλλήλους που θα έχουν στα χέρια τους υψηλή ή ευαίσθητη τεχνολογία. Ο “χώρος εργασίας”, άλλωστε, έχει ανάγκη από ομαλότητα.

Το “πνεύμα της εργασίας”

Τι είναι όμως αυτό που έχουν οι Ευρωπαίοι ή μάλλον τι είναι αυτό που έχει καταφέρει να εμφυσήσει στους Ευρωπαίους εργάτες ο καπιταλισμός μέσα από τη μακρά παραμονή του στην Ευρώπη; Από πού πηγάζει και πώς εμφυσήθηκε αυτή η αίσθηση του “επαγγελματικού καθήκοντος”; Ο Weber στο βιβλίο του “Η προτεσταντική ηθική και το πνεύμα του καπιταλισμού” αναζητά την ιστορική διαδρομή αυτής της ηθικής. Υποστηρίζει πως πολύ πριν από την ύπαρξη αυτού του “βουβού εξαναγκασμού των οικονομικών σχέσεων” στην Ευρώπη εμφανίστηκε ένα είδος θρησκευτικής ιδεολογίας που θα επέτρεπε στον καπιταλισμό να αναπτυχθεί.

Μια ιδεολογία που συμπυκνώνεται με μεγάλη ακρίβεια στο γράμμα του χαρακτηριστικότερου εκπροσώπου αυτού του “πνεύματος της εργασίας”, του Β. Φραγκλίνου (Franklin), που παραθέτει ο Weber: “Να θυμάσαι ότι ο χρόνος είναι χρήμα. Όποιος κάθε μέρα κερδίζει από την εργασία του δέκα σελίνια και πηγαίνει περίπατο ή μένει αργός στο δωμάτιό του τη μισή μέρα, μολονότι ξοδεύει μόνο έξι πένες για την διασκέδασή του ή την τεμπελιά του, δεν θα έπρεπε να λογαριάσει μόνο αυτή τη δαπάνη· στην πραγματικότητα έχει ξοδέψει ή μάλλον πετάξει πέντε σελίνια (…). Να θυμάσαι ότι το χρήμα έχει αναπαραγωγική και καρποφόρα φύση (…). Όποιος σκοτώσει μια γουρούνα, εξαφανίζει όλα τα γεννήματά της μέχρι το χιλιοστό. Όποιος σκοτώνει πέντε σελίνια καταστρέφει (!) όλα όσα θα μπορούσε να είχε δώσει η σωστή χρησιμοποίησή τους: ολόκληρες κολόνες λίρες στερλίνες (…). Για 6 λίρες το χρόνο μπορεί να έχεις τη χρήση 100 λιρών, υπό την προϋπόθεση ότι είσαι άνθρωπος γνωστής ευφυΐας και τιμιότητας. Όποιος ξοδεύει το παραμικρό ποσό ανώφελα, ξοδεύει το χρόνο ανώφελα 6 λίρες, που είναι η τιμή για τη χρήση 100 λιρών. Όποιος σπαταλάει την αξία και του πιο μικρού ποσού για ένα τμήμα της μέρας του (και τούτο μπορεί να είναι μόνο δυό λεπτά της ώρας), αν υπολογίσουμε τη μια μέρα με την άλλη, σπαταλάει το προνόμιο να χρησιμοποιήσει 100 λίρες το χρόνο. Όποιος ανώφελα χάνει χρόνο αξίας πέντε σελινιών, χάνει πέντε σελίνια και θα μπορούσε εξίσου καλά να πετάξει στη θάλασσα πέντε σελίνια. Όποιος χάνει πέντε σελίνια, δε χάνει μόνο το ποσό αυτό, αλλά και κάθε πλεονέκτημα που θα μπορούσε να έχει με τη χρησιμοποίησή τους σε επιχείρηση –δεδομένου ότι μέχρις ότου ένας νέος άνθρωπος γίνει γέρος, θα μπορούσε ξεκινώντας από αυτά τα σελίνια να συγκέντρωνε ένα τεράστιο ποσό χρήματος”3.

Αυτός ο παροξυσμός τσιγκουνιάς του Φραγκλίνου είναι η παράλογη βάση της λογικής του επαγγελματικού καθήκοντος. Μιας λογικής που κυριαρχεί με όλα τα μέσα και με όλους τους τρόπους ως η μόνη λογική που θα μπορούσε να υπάρξει παντού γύρω μας. Η παραγωγή για την παραγωγή, η απόκτηση χρήματος προς χάριν του χρήματος και όχι για την κάλυψη αναγκών: Χ-Ε-Χ’ (χρήμα-εμπόρευμα-περισσότερο χρήμα) ο κινητήρας των κοινωνιών μας.

Σε κάθε περίπτωση, είναι προφανές πως ένα γιγαντιαίο χάσμα χωρίζει τους Ινδιάνους της Αμερικής από τον Φραγκλίνο. Είναι ακόμα προφανές πως αυτή η εργασιακή κοσμοθεωρία δεν μπορεί να προέκυψε απλώς από μόνη της. Ο Weber πιστεύει πως αυτή η ιδεολογία της εργασίας δεν θα μπορούσε να εμφανιστεί, αν προηγουμένως δεν υπήρχε ένα όχημα που να την καταστήσει κυρίαρχη. Και το όχημα αυτό, κατά τον Weber, ήταν η θρησκεία του προτεσταντισμού που αναπτύχθηκε κατά την περίοδο της Αναγέννησης στη Βόρεια Ευρώπη.

Ο προτεσταντισμός, και πιο συγκεκριμένα ο καλβινισμός, απέρριπτε τη μοναστική απόσυρση της καθολικής και της ορθόδοξης εκκλησίας. Θεωρούσε τον μοναστικό βίο ως φυγοπονία από τα έργα και τον καταμερισμό της εργασίας που ήταν θεϊκό έργο. Έτσι, ο καλβινισμός διακήρυττε την ασταμάτητη εργασία και το επαγγελματικό καθήκον ως τη μόνη μορφή εγκόσμιου ασκητισμού για τη “δόξα του θεού”. Ταυτόχρονα, όμως, η εργασία αποκτούσε ένα επιπλέον χαρακτηριστικό. Στο εξής, δεν ήταν απλώς ένα μέσο για την απόκτηση αγαθών, αλλά και ένας αυτοσκοπός.

Άλλη μια ιστορία πρωταρχικής συσσώρευσης

Η εξιστόρηση του Weber για τη γένεση του κεφαλαίου μοιάζει να κινείται στο επίπεδο των ιδεών και μόνο. Μοιάζει να υποστηρίζει πως κάποιοι, κάπου, ξαφνικά “τρελάθηκαν” και άρχισαν να συσσωρεύουν χωρίς λόγο και ασταμάτητα, χτίζοντας σιγά σιγά το τεράστιο οικοδόμημα του καπιταλισμού. Η ιστορία, φυσικά, είναι πολύ διαφορετική. Η γένεση του κεφαλαίου συνοδεύτηκε από τον αφανισμό των Ινδιάνων, την περίφραξη των κοινών γαιών και την διά πυρός και σιδήρου μετατροπή των δουλοπάροικων σε άστεγους και περιπλανόμενους και τελικά (όσων επέζησαν) σε προλετάριους. Η γένεση του κεφαλαίου συνοδεύτηκε από το κυνήγι των γυναικών που έμεινε γνωστό ως “κυνήγι των μαγισσών”, από μία σκληρή μάχη για τον έλεγχο της γνώσης, αλλά και από τη διάλυση των συντεχνιακών εργασιακών σχέσεων. Η ιστορική περίοδος της γένεσης του κεφαλαίου είναι μια περίοδος βίας, φωτιάς και αίματος· όχι μια περίοδος θρησκευτικής κατάνυξης, όπως την περιγράφει ο Weber. Ωστόσο, το πρόβλημα με την εξιστόρηση του Weber δεν είναι τόσο η ιδεαλιστική θέαση της ιστορίας (που και αυτό πρόβλημα είναι). Ο Weber μοιάζει να μην θέλει να καταλάβει πως το “κεφάλαιο” δεν είναι απλώς χρήματα, δεν είναι καν πολλά χρήματα, αλλά σχέση μεταξύ ανθρώπων, σχέσεις εξουσίας και υποταγής, σχέσεις εκμετάλλευσης. Για αυτό η “φασούλι το φασούλι” εξιστόρηση του Weber μοιάζει να βρίσκεται μακριά από την πραγματικότητα, συνιστώντας άλλη μια περιγραφή της “λεγόμενης πρωταρχικής συσσώρευσης” αντί για την πρωταρχική βία.

Όπως και ο ίδιος αναγνωρίζει, η θρησκεία θα μπορούσε να οδηγήσει στη μοιρολατρία και όχι στην εγκόσμια δραστηριότητα. Η αίσθηση ανωτερότητας του πιστού της “μόνης εκκλησίας” θα μπορούσε να οδηγήσει σε απόσυρση και κάποιου είδους μισοκομμουνιστικό κοινοτισμό, ενώ η αυστηρότητα της καλβινικής εκκλησίας θα μπορούσε να οδηγήσει σε τόσο ασφυκτικό έλεγχο που θα έπνιγε κάθε καπιταλιστική πρωτοβουλία. Και πράγματι, στα όρια του προτεσταντισμού αναπτύχθηκαν κινήματα και ιδέες που διέφεραν πολύ από το “πνεύμα του καπιταλισμού”. Οι Diggers4 στην Αγγλία είναι ένα παράδειγμα.

Οπότε, η παρατήρηση του Weber για την ταυτόχρονοι ανάπτυξη του καπιταλισμού και του προτεσταντισμού μπορεί να αντιστραφεί. Εφόσον, λοιπόν, ο προτεσταντισμός δεν οδηγεί νομοτελειακά στη “συσσώρευση”, ποιες είναι οι συνθήκες που τον ώθησαν προς αυτήν την κατεύθυνση; Ποιος άνεμος φύσαγε στην Ευρώπη που την ίδια περίοδο έσπρωχνε τη θρησκεία, τη σκέψη, την τέχνη, την επιστήμη προς την ίδια κατεύθυνση;

Παρόλ’ αυτά οι παρατηρήσεις και τα ερωτήματα του Weber δεν είναι χωρίς αξία. Η ηθική του καπιταλισμού μοιάζει πράγματι με θρησκεία και όποιος αμφισβητεί τη λογική της εργασίας για την εργασία, της συσσώρευσης για τη συσσώρευση, της παραγωγής για την παραγωγή, είναι “αιρετικός”. Το “δικαίωμα στην τεμπελιά” αποτελεί, διαχρονικά, μία από τις χειρότερες βλασφημίες.

1.Καρλ Μαρξ, “Το Κεφάλαιο”, τόμος 1ος, Σύγχρονη Εποχή, σελ 762.

2. “Η ευδαιμονία σήμερα και στο παρελθόν”, Καθημερινή, 10-08-2011.

3. Max Weber, “Η προτεσταντική ηθική και το πνεύμα του καπιταλισμού”, Gutenberg, 2006, σελ 42.

4. Οι Diggers ήταν μια μικρή προτεσταντική αίρεση που αναπτύχθηκε στην Αγγλία κατά την περίοδο του εμφυλίου του 1649. Οι Diggers διεκδικούσαν δημοκρατία, ήταν ενάντια στην ιδιοκτησία και υποστήριζαν μια αρμονική συνύπαρξη του ανθρώπου με το περιβάλλον. Δημιούργησαν μικρές κομμούνες στις “κοινές γαίες”, όπου έριχναν τις περιφράξεις και καλούσαν τους χωρικούς να τους ακολουθήσουν και να ζήσουν μαζί τους. Τελικά, οι κοινότητές τους κράτησαν ελάχιστα, καθώς καταστράφηκαν κάτω από τις επιθέσεις των γαιοκτημόνων των γύρω περιοχών και του στρατού.

 


Αρέσει σε %d bloggers: