σχιζό metropolitans #10 – Blues People #1 Η μαύρη μουσική στη λευκή Αμερική

Όλες οι καταστάσεις προκύπτουν μέσα από την ιστορία τους. Τίποτα δεν μπορείς να το δεις ξεκομμένο από τις συνθήκες που το γέννησαν, ως κάτι ουρανοκατέβατο, γιατί απλούστατα δεν θα μπορείς να το ερμηνεύσεις ή η ερμηνεία σου θα είναι τουλάχιστον ελλιπής. Η ιστορία είναι το Α και το Ω. Οπότε, δεν μπορείς να δεις τα μπλουζ χωρίς να κοιτάξεις πιο πίσω. Δεν είναι απλά μια μαύρη μουσική και τελεία. Ούτε μπορείς να δώσεις μια ημερομηνία ως αφετηρία. Τα μπλουζ μοιάζουν με ένα μαγειρεμένο φαγητό, στο οποίο βλέπεις τα υλικά του, τα οποία όμως έβρασαν όλα μαζί όταν το καπάκι της κατσαρόλας ήταν κλειστό.

Σίγουρα πάντως, τα μπλουζ και οι μαύρες μουσικές γενικότερα έχουν μια ιστορική αφετηρία. Τη δουλεία των αφρικανών και τη βίαιη μεταφορά τους στην αμερική από τις αρχές του 17ο αιώνα και έπειτα. Είναι σημαντικό ότι οι αφρικανοί που μεταφέρθηκαν στην αμερική ήταν από διαφορετικές φυλές, άρα προφανώς και είχαν κοντινές, αλλά διαφορετικές αναφορές. Εκεί, οι νέγροι σκλάβοι είχαν μια διαφορά από τους υπόλοιπους σκλάβους ανά τον κόσμο. Δεν λογίζονταν ως ανθρώπινα όντα. Δηλαδή, πέραν της βίαιης υποτίμησης της εργασίας τους, υποτιμούνταν ολοκληρωτικά ως ύπαρξη. Κάθε πρώτη γενιά σκλάβων στην αμερική, γιατί η μετάβαση τους ήταν σταδιακή, είχε νωπές τις μνήμες από την αφρική. Κι αν αποζητούσαν ένα πράγμα, αυτό ήταν να γυρίσουν πίσω. Κάθε δεύτερη ή τρίτη γενιά, όμως, δεν είχε δει ποτέ της την αφρική, παρά μονάχα την άκουγε μέσα από ιστορίες από τους παλιότερους. Σ’ αυτούς, το αίσθημα να γυρίσουν πίσω ήταν αποδυναμωμένο, ενώ εκείο που ήθελαν ήταν να καλυτερέψουν τη ζωή τους στην αμερική. ‘’Οι αφρικανικές κουλτούρες, η διατήρηση ορισμένων κομματιών τους στην αμερική και το βάρος της υιοθετημένης εκεί κουλτούρας παρήγαγαν τον αμερικάνο νέγρο. Μια νέα φυλή”1 .

Επίσης, οι λευκοί αφέντες απαγόρευαν στους νέγρους σκλάβους κάθε αφρικανικό έθιμο, γιατί θεωρούνταν βάρβαρο, αλλά κατ’ ουσία γιατί μπορεί να υποδαύλιζε εξεγέρσεις. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να αρχίσουν να χάνονται τα καθαρά αφρικανικά τραγούδια, το ίδιο και τα αφρικανικά όργανα. Όπως αναφέραμε και πιο πάνω δεν μπορεί να θέσει κάποιος μια χρονική αφετηρία για τα μπλουζ, οι άμεσοι πρόγονοι τους όμως ήταν σίγουρα τα τραγούδια της δουλείας, τα οποία είχαν μουσικές καταβολές από τη δυτική αφρική. Αυτά τα τραγούδια είχαν μισοαγγλικούς, άλλοτε και γαλλικούς ή ισπανικούς στίχους, με αρκετές καθαρές αφρικάνικες λέξεις, προφορά και σύνταξη. Μιλούσαν για τη ζωή και τους πόθους των σκλάβων. Βασικά τους χαρακτηριστικά ήταν οι δυνατές κραυγές αυτών που τραγουδούσαν, οι στιχομυθίες και οι διάλογοι μέσα στα κομμάτια και φυσικά ο αυτοσχεδιασμός! Άλλωστε, οι βραχνές φωνητικές τεχνικές των μπλουζ απορρέουν απ’ ευθείας από τις παραδόσεις της δυτικής αφρικής.

Τα τραγούδια της δουλείας τραγουδιόντουσαν στα χωράφια και με βάση το ρυθμό τους συντονίζονταν οι σκλάβοι πάνω στη δουλειά με αξιοθαύμαστη ακρίβεια. Έτσι ώστε, πρώτον να κάνουν τη δουλειά τους πιο υποφερτή και δεύτερον όλοι να δουλεύουν με τον ίδιο ρυθμό και κανείς με πιο αργό οπότε και γλιτώνουν όλοι από τις συνέπειες της “οργής” του λευκού αφέντη. Ουσιαστικά, τα τραγούδια της δουλείας είχαν ξεκαθαρό χαρακτήρα άμυνας των νέγρων σκλάβων απέναντι στην ολοκληρωτική δουλεία. Για τους λευκούς, όμως, υπήρχε πάντοτε ένα πρόβλημα (μόνο ένα, άραγε;). Τα τραγούδια της δουλείας, και κατ’ επέκταση τα μπλουζ αργότερα, δεν ήταν γραμμένα σε διατονική κλίμακα. Αυτό τους έδινε πάτημα να τα υποβαθμίζουν ως παρακατιανά, άγρια και φάλτσα.

Οι μόνες στιγμές αξιοπρέπειας

Τα μπλουζ ήταν και είναι κομμάτι της νέγρικης εργατικής τάξης (πρώην σκλάβοι), η οποία και μετά το καθεστώς της δουλείας ήθελε να δείξει την αντίδραση της προς τον υπόλοιπο κόσμο. Αυτός ο ταξικός τους χαρακτήρας και όχι απλά ο φυλετικός, έστω κι αν τα κομμάτια δεν θα μπορούσαν να έχουν μεγάλη απήχηση στη λευκή εργατική τάξη, είναι που “ξενέρωνε” και τη μαύρη μεσαία τάξη που δημιουργήθηκε από τα μέσα του 19ου αιώνα και μετά. Η δημιουργία αυτής της μαύρης μεσαίας τάξης, που κατείχε πιο επιφανή επαγγέλματα, όπως του δικηγόρου, του γιατρού κτλ, έχει τις ρίζες της στην περίοδο της δουλείας. Οι οικιακοί δούλοι και οι μαύροι ιερείς, όπως επίσης και σε πολλές περιπτώσεις οι μιγάδες, είχαν καλύτερη τύχη από τους σκλάβους των χωραφιών, οι οποίοι βρίσκονταν ακριβώς στο απόλυτο μηδέν. Μετά την κατάργηση της δουλείας, η αναπτυσσόμενη μαύρη μεσαία τάξη, ιδιαίτερα στον αμερικανικό βορρά, προσπαθούσε να ξεχάσει την καταγωγή της (αν ήταν δυνατόν να άσπριζε και το δέρμα της, θα το έκανε), ενώ η μαύρη εργατική τάξη δεν προσπαθούσε να βγάλει τίποτα από τη μνήμη της.

Κατά τη διάρκεια της δουλείας, οι νέγροι σκλάβοι είχαν, στην πλειοψηφία τους, εκχριστιανιθεί. Αυτό συνέβη για δύο λόγους. Πρώτον, τους είχε απαγορευθεί η αφρικανική θρησκευτική παράδοση. Δεύτερον, εάν υπήρχαν κάποιες στιγμές στη ζωή τους οι οποίες να τυγχάνουν μιας κάποιας αξιοπρέπειας, αυτές ήταν οι ώρες των λειτουργιών. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια, η νέα θρησκεία μπορούσε να τους δώσει μια λυτρωτική διέξοδο και μια ελπίδα για τη ζωή τους. Κάτι τέτοιο, βέβαια, διόλου δεν ανησυχούσε τους λευκούς, γιατί αφενός ο προσηλυτισμός (ενδεχομένως) να έκανε τους σκλάβους πιο πειθήνιους και αφετέρου τα αφεντικά τον θεωρούσαν ευκαιρία για να “εξανθρωπιστούν” τα ‘’κτήνη’’. Αν και πολλοί λευκοί έβρισκαν ότι η όλη προσπάθεια ήταν μάταιη, γιατί οι μαύροι δεν είχαν ψυχή για να σώσουν!!

Πολλές αιρέσεις, όπως οι βαπτιστές, προσέγγισαν τους σκλάβους. Σε αυτές τις συνθήκες, άρχισαν να δημιουργούνται τα πρώτα τραγούδια των νέγρων σκλάβων που ήταν θρησκευτικού περιεχομένου και τα οποία ονομάστηκαν “σπιρίτσουαλ”. Και αργότερα, περίπου στα 1870, δημιουργήθηκαν τα γκόσπελ, τα οποία ήταν τραγούδια εκκλησιαστικού καθαρά περιεχομένου και τραγουδιόντουσαν στις λειτουργίες των προτεσταντικών αιρέσεων κυρίως. Αυτά τα τραγούδια είχαν αυτοσχεδιαστικό χαρακτήρα και ήταν a capella, αλλά πολλές φορές συνοδεύονταν από διάφορα μουσικά όργανα και μελωδίες. Τα γκόσπελ και, κυρίως, τα σπιρίτσουαλ ήταν οι πρόγονοι των μπλουζ όσον αφορά τις τεχνικές, αλλά και τη μουσική κλίμακα. Η αντίδραση των λευκών στις πρώιμες αφροαμερικάνικες μουσικές ήρθε με τα μίνστρελ. Ήταν οι αντίδραση των λευκών αφεντάδων στο να έχουν έστω και την παραμικρή έκφραση οι μαύροι, είτε πριν είτε και μετά την κατάργηση της δουλείας. Άλλωστε, η ρετσινιά του ‘’πρώην σκλάβου’’ άργησε αρκετά να φύγει (ή δεν έφυγε και ποτέ από πολλούς), με σκοπό η μαύρη εργατική τάξη να είναι υποτιμημένη και μετά τη δουλεία. Τα μίνστρελ ήταν τραγούδια και χορευτικά από λευκούς, οι οποίοι ντύνονταν με κουρέλια και βάφονταν μαύροι. Όλες οι κινήσεις τους ήταν τελείως χλευαστικές προς τους μαύρους.

Η εξάπλωση των μπλουζ

Όσον αφορά τα μπλουζ, εκτός από τα τραγούδια της δουλείας και τα σπιρίτσουαλ, επιρροή πάνω τους είχαν και τα εμβατήρια από τις ορχήστρες του γαλλικού στρατού. Και γενικότερα η επαφή των νέγρων σκλάβων με τον δυτικοευρωπαϊκό πολιτισμό. Αυτό ήταν πιο εύκολο στο νότο, μιας και εκεί υπήρχαν πιο πολλοί μικροί λευκοί γαιοκτήμονες, με αποτέλεσμα να έρχονται πιο εύκολα σε επαφή οι σκλάβοι μ’ αυτούς, άρα και με τα μουσικά τους όργανα! Ο χαρακτήρας των μπλουζ πηγάζει από όλα τα παραπάνω. Προέρχεται, έστω και λίγο χοντροκομμένα, από τις αφρικανικές παραδόσεις, τη ζωή των νέγρων σκλάβων με την καταπίεση, έχοντας δεχτεί διάφορες λευκές επιρροές με περιτύλιγμα τα ευρωπαϊκά μουσικά όργανα. Η εξάπλωσή τους, όμως, ξεκίνησε μετά την κατάργηση της δουλείας όταν και πολλοί πρώην σκλάβοι μετανάστευσαν προς τον αμερικανικό βορρά παίρνοντας μαζί τους και τις μουσικές επιρροές τους. Η φυγή τους από το νότο είχε υλικό στόχο (για να βρουν δουλειά), αλλά ικανοποιούσε και μια συναισθηματική ανάγκη: ο νέος τόπος θα σηματοδοτούσε και μια νέα ζωή, απαλλαγμένη από τη δουλεία και οτιδήποτε τη θύμιζε. Εκεί, στα μπαρ του βορρά, όπως στο Σικάγο και τη Νέα Υόρκη, αλλά και σίγουρα στο νότο και ειδικά στη Νέα Ορλεάνη, γεννήθηκαν τα κομμάτια με τον σκληρό ήχο και τη βραχνή φωνή των τραγουδιστών.

Σκοπός του κειμένου, όπως και των υπολοίπων αντίστοιχων σε προηγούμενα τεύχη, δεν είναι να κάνει μια τεχνική ανάλυση πάνω σε μουσικά ρεύματα και φόρμες. Σκοπός του είναι να αναδείξει από πού προέρχονται αυτές οι μουσικές που αποτελούν κομμάτι του πλούτου της εργατικής τάξης. Φυσικά, τίποτα δεν κινείται πάνω σε μια ευθεία γραμμή και πουθενά δεν υπάρχει απόλυτη καθαρότητα, αλλά η καρδιά αυτών των μουσικών βρίσκεται ακριβώς εκεί: στη ζωή και τις συνήθειες της εργατικής τάξης· στις αντιφάσεις της, τις ρήξεις, τα θέλω και τις αρνήσεις της. Δεν προσπαθούμε, ωστόσο, να δείξουμε ότι αυτές οι μουσικές είναι του αντιεξουσιαστικού χώρου. Κατά τη γνώμη μας, πρόκειται για κουλτούρες που μιλάνε για τις συνθήκες που βιώνονται στον πραγματικό χωροχρόνο και βλέποντας κανείς όλα αυτά, καταλαβαίνει προς τα πού ‘’κινείται’’ η εργατική τάξη. Γιατί, όπως και να το κάνουμε, άλλο πράγμα ο Gil Scott Heron, σύμβολο της funk, και άλλο ο Μάκης Χριστοδουλόπουλος, σύμβολο του σκυλοσουξεδισμού…

 

 

‘’All them pretty gals will be there,

Shuck that corn before you eat;

They will fix it for us rare,

Shuck that corn before you eat.

I know that supper will be big,

Shuck that corn before you eat;

I think I smell a fine roast pig,

Shuck that corn before you eat.’’

 

‘’Ain’t got no home, ain’t got no shoes

Ain’t got no money, ain’t got no class

Ain’t got no skirts, ain’t got no sweater

Ain’t got no perfume, ain’t got no beer

Ain’t got no man

 

Ain’t got no mother, ain’t got no culture

Ain’t got no friends, ain’t got no schooling

Ain’t got no love, ain’t got no name

Ain’t got no ticket, ain’t got no token

Ain’t got no God’’

Nina Simone-Ain’t Got No, I Got Life

 

‘’Oh, Ladw, I ‘m tired, uuh

Oh, Ladw, I ‘m tired, uuh

Oh, Ladw, I ‘m tired, uuh

Oh, Ladw, I ‘m tired,

A dis mess’’

Τραγούδι της δουλείας

1 Βλ, LeRoi Jones, “Blues People. Η μαύρη μουσική στη λευκή Αμερική”, Ισνάφι, 2007.

 


Αρέσει σε %d bloggers: