σχιζό metropolitans #10 – Memory movement – Αλβανοί επί Σολυγεία

Έχουμε μιλήσει και άλλες φορές για το όταν η πληροφορία κυριαρχεί, χάνεται σε σημαντικό βαθμό η δυνατότητά μας να συγκροτούμε μια συνεκτική και συλλογική αντίληψη για τον κόσμο, τοσο στο μικροεπίπεδο της καθημερινότητας όσο και στο μακροεπίπεδο των διεθνών εξελίξεων. Εκτός από την ευκολία, που μπορεί να υπάρχει, στο να συλλέγεις πληροφορίες, το να σχηματίσεις μια άποψη χρειάζεται επίπονη και επίμονη εργασία, ατομική και συλλογική. Χρειάζονται υποδομές και ένας μπούσουλας που να σου λέει και τώρα που τα μαζέψαμε όλα αυτά, τι μπορούμε να τα κάνουμε. Χρειάζεται να αξιοποιούμε όσα εργαλεία έχουμε στα χέρια μας και όσα θα αποκτήσουμε στο μέλλον για μορφωτικές εκδηλώσεις, εκδόσεις και έρευνα με απεύθυνση σε αυτό που λέμε κίνημα. Έχουμε ανάγκη να μπορούμε να κοιτάμε το παρελθόν και να το κρίνουμε, όχι με τα μάτια του ειδικού που όλα τα γνωρίζει, αλλά με αυτού που προσπαθεί να μάθει. Αυτό που θέλουμε με λίγα λόγια, δεν είναι να δημιουργήσουμε άλλον ένα όγκο πληροφοριών, αλλά να σχηματίσουμε κινηματικές απόψεις που μπορούν να σταθούν με αξιοπρέπεια.

Σε αυτή την στήλη θα προσπαθούμε να αναδημοσιεύουμε υλικό από τον ακροαριστερό, αυτόνομο και ευρύτερα αντιεξουσιαστικό χώρο, η συλλογή, η αρχειοθέτηση και αποδελτίωση του οποίου έχει γίνει στους κόλπους των ομάδων που δραστηριοποιούνται στο αυτόνομο εργαστήρι έρευνας και αυτομόρφωσης του Αρχείου 71. Οφείλουμε να ευχαριστήσουμε όσες και όσους μας τροφοδοτούν με το υλικό τους και όσα οργανωμένα εγχειρήματα μας εμπιστεύτηκαν το αρχείο τους.

 

Το «Κοντροσόλ στο χάος» υπήρξε ένα gay fanzine που κυκλοφόρησε πέντε τεύχη απ’το 1986 μέχρι το 1992, και που αν και διάφοροι συντελέστες του άργοτερα έγιναν μεγάλα ονόματα του καλλιτεχνικού στερεώματος, τότε βρισκόταν στον απόηχο του punk κινήματος της ευρύτερης περιοχής των Εξαρχείων. Το 5ο και τελευταίο τεύχος είχε ως θέμα το Ξένοι στην Ελλάδα, από εκεί παραθέτουμε και το παρακάτω κείμενο που σε μορφή ιστορίας προσπαθεί να αποτυπώσει το κλίμα της εποχής, μιας εποχής που μεγάλη μερίδα της εργατικής τάξης από τις χώρες του πρώην ανατολικού μπλοκ έρχεται στην ελλάδα και τα ελληνικά αφεντικά, μεγάλα και μικρά, την υποδέχονται τριβώντας τα χέρια τους. Το σημαντικό είναι ότι δεν ψελλίζει, όπως έκανε και κάνει μεγάλο κομμάτι της ελληνικής αριστεράς διάφορα φιλάνθρωπα, αλλά με τον τρόπο του και με τον όποιο κυνισμό του βάζει στο επίκεντρο την εργασία και την εκμετάλλευση των μεταναστών εργατών.

 

Αλβανοί επί Σολυγεία

Τους έφερε ο Τώνης. Να του φτιάξουν πέτρινα τοιχάκια, σκαλάκια, πεζουλάκια, ψευτοξηρολιθιές, κλιμακωτά επίπεδα και υποστηρίξεις για τη διακόσμηση των εξωτερικών χώρων. Όλα αυτά στο χτήμα του αδερφού του του Τζώνη, δίπλα στο χτήμα το δικό του. (Τώρα τι χτήμα; Ενα στρέμμα και κάτι οικόπεδο στον οικισμό «Δεντράλι» του ΣΥΕΝΔ – Συναιτερισμού των Υπαλλήλων του Ελληνικού Νομισματικού Δανείου- στη Σολυγεία: πεύκα και βράχια μεταξύ Ισθμού και Επιδαύρου γενικώς). Τους έφερε ο Τώνης -και μιλάμε για πολλή και χοντρή δουλειά: τον Σοκόλη, τον Λιάμες και τον Έντβι. «Καλά» διερωτήθηκε η Έμιλυ από τα πέριξ – εκείνη βολεμένη με το παράνομο τρίπατο – «και πώς τους έφερες δηλαδή; Τους ταϊζεις, τους ποτίζεις, τους κοιμίζεις;»

«Αμέ», ο άλλος απτόητος. «Λίγο πρωινό, λίγο μεσημεριανό, λίγο καφέ, λίγο δείπνο – και το βράδυ ύπνο, στο υπόγειο, στο δικό μου το σπίτι φυσικά, παραδίπλα».

«Oh, mon Dieu», ανέκραξε η Κλαίρη που έτυχε, τάχα μ’-ταχα μ’, να συλλάβει την κουβέντα απ’την άλλη άκρη της βεράντας της, όπου και η συζήτηση με μαγιώ και ουζάκια μεταμεσημβρινά. «Logés, nourris et blanchis?» Και, ρεαλιστικότερα: «Από μεροκάματο, πώς τα πάνε; Εκείνη η πισίνα μου στάζει;»

«Σίγουρα πιο φτηνά απ’τους τεμπέλαρους του χωριού, φτηνότερα απ’τους πιτσιρικάδες ή τους παππούδες της πόλης – και τζάμπα πράμα σε σχέση με το εργατικό προσωπικό του κλεινού άστεως – που είναι και ανυπόφοροι με το ωράριο, τα διαλείμματα, τους φραπέδες, τα τραπεζώματα, τους ύπνους – άσε το ΙΚΑ και τα σχετικά… άσε και τα πέρα-δώθε».

(…)

Η Τζένη, η γυναίκα του, που λέει πάντα αυτό που δεν πρέπει να πει τη στιγμή που δεν πρέπει να το πει, αποφασίζει να παρέμβει: «Αν έρχονταν, άμα τελειώσουν, φυσικά από σένα, λέω αν, ίσως ποιος ξέρει, έτσι, να μας ασπρίσουν το σπίτι, έχει ανάγκη και ο Τζωρτζής…» Ο αδερφός μου την κατακεραυνώνει άμεσα και τελεσίδικα: «Είπαμε! Το σπίτι μας θα το βάψουν οι Πολωνοί του Εργοταξίου μου, όταν θα κλείσουμε για διακοπές. Να μην κάθονται κιόλας… Εξάλλου, εγώ, δεν βάζω ξένους στο σπίτι μου!»

«Πέστα, Τζώρτζη» επεμβαίνει κι ο Ντίμης. «Της τα λέω της Κλαίρης: δε θέλω πια Φιλιππινέζες στο σπίτι μου. Βλέπεις τι γίνεται γύρω σου. Και ξαφνικά μου βγήκε με μια Σρι-Λανκέζα!…»

(…)

Στην επιστροφή, στο προ-κατ μας, επιμένω να περάσουμε οικογενειακώς, τρεις το απομεσήμερο, από του Τζώνη, να εξετάσουμε το Έργον. (…) ανακράζει κι ο Τζώνης μόλις μας βλέπει και υπερήφανα μας ξεναγεί. Είναι εκεί ο Σοκόλης κι ο Λιαμές και ο Έντβι, δουλεύουν μισόγυμνοι στην κάψα του απογευματινού κορινθιακού ήλιου.

«Τζάμπα πράμα», επιμένει ο Τώνης. «Και το βράδυ, μόλις σκοτεινιάσει, κάνουμε μια βόλτα στις γύρω οικοδομές. Όλο και κάποιο δοκάρι θα μου κουβαλήσουν, κάποια σανίδα, κάποιο μαδέρι. Άμα είναι από φιλικό σπίτι, τους έχω ντρεσάρει να τα επιστρέφουν μετά τα καλουπώματα, αλλιώς…» κουνάει τους ώμους του. «Στο τζάκι, το χειμώνα».

Ορυμαγδός!

Ενα ημιφορτηγό, με ραδιοκασετόφωνο στη διαπασών αφικνείται. Κοκκινο Datsun, Toyota, Nissan, Hyundai… κουβαλάνε υλικά οικοδομών. Απτόητος ο Τώνης -χαρακτηριστικό του: «Καλώς τους: Καλώς τους!” Και οι απαραίτητες συστάσεις!: «Ο Αλής ή Λάμπρος, και ο Χασάν ή Ρίζος, και ο… και ο… Φίλοι, συγγενείς, συνεργάτες, Βορειοηπειρώτες αυτοί, έ! Πατριωτάκια;»


Αρέσει σε %d bloggers: