σχιζό metropolitans #2 – Είναι «παράξενος» αυτός ο μήνας – Η απεργία των οικοδόμων τον Δεκέμβρη του 1960

 

«Ήτανε η πρώτη φορά που έμπαινα σ’ ένα τέτοιο πανηγύρι – βέβαια είχα ζήσει σ’ έναν Εμφύλιο Πόλεμο και πάρα πολύ έντονα, αλλά δεν είχαμε φτάσει ποτέ στους μαζικούς αγώνες. […] Ήταν μια άλλη, πρωτόγνωρη εμπειρία, η οποία από ένα σημείο και ύστερα αισθάνεσαι να μεθάς, έτσι; Αισθάνεσαι να μεθάς, και είσαι ικανός για όλα»1

1η Δεκέμβρη του 1960: μια συγκέντρωση των οικοδόμων στο κέντρο της Αθήνας ξεκινάει ως πορεία προς το Υπουργείο Εργασίας. Οι μπάτσοι τους κόβουν, οι οικοδόμοι ξυλώνουν τα πεζοδρόμια και τους τα φέρνουν στο κεφάλι. Εδώ θα πρέπει να γίνει απαραίτητα μια πάυση για να πούμε κάποια παραπάνω πράγματα, αλλιώς τίποτα δεν θα γίνεται κατανοητό. Καταρχάς, μιλάμε για την Eλλάδα του 1960. Ένα σκληρό μετεμφυλιακό κράτος κυβερνά, μόλις 10 χρόνια από τη λήξη του Εμφυλίου, το ΚΚΕ είναι παράνομο και οι διώξεις των κομμουνιστών βρίσκονται στο ζενίθ τους. Αλλά πού βρέθηκαν οι οικοδόμοι να συμπεριφέρονται έτσι μες στο κέντρο της αθήνας; Πώς είναι δυνατό κάτι τέτοιο; Η αποκρυπτογράφηση της κατάστασης αυτής βρίσκεται στην εξέταση της φιγούρας του μεταπολεμικού οικοδόμου∙ της ταξικής του φύσης και θέσης, της πολιτικής και κοινωνικής του τοποθέτησης, καθώς και της σημασίας της οικοδομής στην παραγωγή της Ελλάδας εκείνη την εποχή. Εν ολίγοις, αν θέλουμε να καταλάβουμε κάτι από τις σκέψεις και τις δράσεις αυτών των ανθρώπων θα πρέπει να δούμε τη τεχνική και την πολιτική σύνθεση της τάξης τους. Ως τεχνική σύνθεση της τάξης εννοούμε όλα αυτά τα χαρακτηριστικά που τους ορίζουν με υλικούς όρους (πόσοι είναι, από πού έρχονται, πώς βρέθηκαν σε αυτή τη δουλειά, τι προβλήματα συναντάνε, τι ανάγκες έχουν, τι γνώσεις έχουν), ενώ ως πολιτική σύνθεση το σύνολο των ιδεών και ιδεολογιών, την κουλτούρα, τις μνήμες των ταξικών αγώνων και τις παραδόσεις που ακολουθούν.

1. Χτίζοντας την Αθήνα

Μια λέξη που ακουγόταν έντονα στην Ελλάδα του 1950 ήταν οπωσδήποτε η λέξη «ανοικοδόμηση». Η χώρα είχε βγει από τον Δεύτερο Παγκόσμιο και τον Εμφύλιο με σημαντικό κομμάτι της υλικοτεχνικής της υποδομής κατεστραμμένο (μεγάλο μέρος του οποίου ήταν κατοικίες) και κατά συνέπεια έπερεπε να αντιμετωπίσει αυτό που τότε έγινε γνωστό ως «στεγαστικό πρόβλημα». Θεωρητικά, το κράτος θα όφειλε να ρίξει χρήμα για την οικοδόμηση νέων κατοικιών ή κάποιου είδους εργατικής εστίας. Κάτι τέτοιο, όμως, θα είχε έναν αέρα κοινωνικού κράτους ή/και παραχωρήσεων προς την εργατική τάξη. Και αν το ελληνικό κράτος ξηγιόταν έτσι, δεν θα ήταν ο εαυτός του. Γι’ αυτό έκανε κάτι άλλο∙ αφού πρώτα ποντάρισε στα παραδοσιακά αισθήματα των κατοίκων του «για ένα κεραμίδι πάνω από το κεφάλι» και σε όλη τη μικροαστική ιδιοκτησιακή ιδεολογία, προχώρησε σε δύο κινήσεις: στην αντιπαροχή και τα αυθαίρετα.

Το σύστημα της αντιπαροχής λειτουργούσε ως εξής: ο χωρίς κάποιο ιδιαίτερο κεφάλαιο, ιδιοκτήτης όμως ενός οικοπέδου σε καλή θέση, παραχωρούσε το οικόπεδό του σε κάποιον μεγαλοεργολάβο ή μηχανικό για να το χτίσει. Όταν το κτίριο τελείωνε, ο εργολάβος παραχωρούσε κάποιο/α διαμέρισμα/τα στον πρώην ιδιοκτήτη του οικοπέδου. Από την άλλη, οι στεγαστικές ανάγκες όλων αυτών των «από κάτω» (όλων των προλεταρίων της Αθήνας, δηλαδή, αλλά και των εσωτερικών μεταναστών που συσσωρεύονταν στην πρωτεύουσα ελπίζοντας εκεί να επιβιώσουν) που θα μπορούσαν να μείνουν και «ικανοποιημένοι» ακόμα και με κάτι όχι-και-τόσο- υψηλών προδιαγραφών, καλύφθηκαν με το κράτος να κάνει «τα στραβά μάτια» στην αυθαίρετη δόμηση. Έτσι, μια ολόκληρη ζώνη από περιοχές που κύκλωναν το κέντρο της Αθήνας, από τα Λιόσια και το Καματερό μέχρι και την Ηλιούπολη ή την Αργυρούπολη, χτίστηκε (συχνά και από τους ίδιους τους μετέπειτα κατοίκους της) αστραπιαία και νύχτα με σπίτια-τρώγλες, χωρίς ούτε καν τα απαραίτητα για να «καλύψουν» τις ανάγκες του νέου αθηναϊκού προλεταριάτου. Η επι πληρωμή ανοχή του κράτους, μέσω του λαδώματος των μπάτσων βέβαια, ήταν μέσα στην ημερήσια διάταξη, όπως και η «οφειλή» προς τον κάθε τοπικό πάτρωνα και πολιτικό για το αλληθώρισμά του.

Έτσι, μέσω αντιπαροχής και αυθαιρέτων χτίστηκε ξανά η Αθήνα. Διπλό το όφελος, αφού από τη μία λύθηκε το επείγον ζήτημα της στέγασης και της μεταπολεμικής ανοικοδόμησης χωρίς το κράτος να ακουμπήσει δεκάρα και από την άλλη χρησιμοποιήθηκαν οι αξίες του μικροαστισμού για να διασπαστεί η εργατική που είχε μόλις βγει από εμφύλιο και να κατευναστούν τα ριζοσπαστικά της αισθήματα. Άλλη μια χρυσή συνταγή του ελληνικού κράτους. Επιπλέον, μέσα από αυτή τη διαδικασία αξιοποίησης φαινομενικά μη αξιοποιήσιμων οικοπέδων, πίστωσης, αντιπαροχής, κινητοποίησης μικρών οικογενειακών κονδυλίων, η οικοδομή έγινε μια πραγματική μαζική συνθήκη, το σπίτι ένα πραγματικά μαζικό προϊόν, η ελληνική οικονομία μαζική. Και σιγά σιγά γύρω από την οικοδομή αναπτύχθηκαν μεγάλες και μικρές βιομηχανίες εξόρυξης και παρασκευής βιομηχανικών υλικών, τσιμέντου, αδρανών, χάλυβα, μετατρέποντας την οικοδομή σε κινητήρα της ανάπτυξης της μεταπολεμικής οικονομίας και τον οικοδόμο (ως προς τους αριθμούς, αλλά και το κοινό υπόβαθρο κουλτούρας και συνθηκών ζωής), σε κάτι αντίστοιχο με τον εργάτη μάζα των βιομηχανιών της υπόλοιπης Ευρώπης.

2. Η κοινωνική φιγούρα «οικοδόμος»

Η φιγούρα που γέμισε τις οικοδομές της Αθήνας ήταν αναμφίβλα ο «εσωτερικός μετανάστης». Προερχόμενες από τα διαλυμένα μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο χωριά και έχοντας την εμπειρία του Εμφυλίου, μεγάλες μάζες νέων, αρσενικών κατά κύριο λόγο, μακριά από τους περιορισμούς των μικρών κοινωνιών και χωρίς την οικογενειακή επιτήρηση, άρχισαν να εισρέουν στην Αθήνα, ελπίζοντας σε καλύτερες συνθήκες επιβίωσης. Ο Δεύτερος Παγκόσμιος, σε συνδυασμό με τον Εμφύλιο, οδήγησε σε κάτι που θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε ως ένα δεύτερο κύμα «περιφράξεων» στην Ελλάδα∙ μια δεύτερη πηγή του ελληνικού προλεταριάτου, καθώς μεγάλες μάζες αγροτών, εγκαταλείποντας βίαια τα χωριά τους ωθούνταν προλεταριοποιημένοι προς τις πόλεις για να αποτελέσουν τα φτηνά εργατικά χέρια για μια ανερχόμενη καπιταλιστική οικονομία που τα είχε ανάγκη. Και λέμε δεύτερο κύμα γιατί την ίδια ακριβώς δουλειά είχαν κάνει πιο πρίν και οι πληθυσμοί που κατέφθασαν από τη Μικρά Ασία στις αρχές της δεκαετίας του 1920 (κάποιοι από τους οποίους «τοποθετήθηκαν» στις επαρχίες της Μακεδονίας με στόχο την εθνική ομογενοποίηση, ενώ άλλοι χρησιμοποιήθηκαν κατευθείαν ως καύσιμο στις μηχανές του νέου τότε ελληνικού καπιταλισμού). Και λέμε «περίφραξης», σε αντιστοιχία με τη βίαιη προλεταριοποίηση της αγγλικής αγροτιάς στις απαρχές του καπιταλισμού.

Ο εσωτερικός μετανάστης του ’50, καταγόμενος από αγροτικές κοινωνίες, αναγκάστηκε να κάνει οποιαδήποτε δουλειά. Γι’ αυτό, οι οικοδομικές γνώσεις και εμπειρίες που είχε αποκτήσει (χτίζοντας ή επισκευάζοντας ο ίδιος τα σπίτια είτε τα δικά του είτε των συγχωριανών του) τον ώθησαν να γίνει (θεωρητικά ειδικευμένος αλλά τυπικά) ανειδίκευτος εργάτης των οικοδομών. Η αύξηση της ζήτησης στον τομέα των κατοικιών και άρα και των εργατικών χεριών που θα τα έχτιζαν, κατά μία έννοια τον μετέτρεψαν, όπως είδαμε και παραπάνω, σε εργάτη μάζα (παρόλ’ αυτά ο οικοδόμος ήταν μάστορας και άρα κάτοχος της γνώσης της δουλειάς του και της δύναμης που του δίνει αυτή η γνώση εις βάρος του αφεντικού του). Παράλληλα, η αναγκαιότητα να λυθεί το «στεγαστικό» οδήγησε στη σκόπιμη «χαλαρότητα» του μετεμφυλιακού κράτους από τη μία (όσον αφορά το «ποιόν» των εργαζομένων στην οικοδομή, μετατρέποντας την οικοδομή σε ένα από τα ελάχιστα επαγγέλματα στην Ελλάδα, στα οποία θα μπορούσε να δουλέψει κάποιος χωρίς «πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων», δηλαδή όποιος είχε καταγραφεί ως κομμουνιστής). Από την άλλη, η παρανομία του ΚΚΕ και άρα και η δυσκολία του να ασκεί έλεγχο σε συνδυασμό με το κρατικά ξεπουλημένο συνδικάτο των οικοδόμων βοήθησε στην ανάπτυξη ιδεολογιών και πρακτικών που τοποθετούνταν στα αριστερά του κόμματος και συχνά εκτός γραμμής.

3. Από τα αιτήματα… στα ξυλωμένα πεζοδρόμια

Τα αιτήματα για κοινωνικές παροχές στον χώρο της οικοδομής είχαν μεγαλύτερη βαρύτητα απ’ ότι σε άλλες δουλειές. Η οικοδομή από τη φύση της ήταν έντονα εποχική, με μεγάλες παύσεις ανεργίας, είτε λόγω των καιρικών συνθηκών είτε από τη διαρκή περιπλάνιση προς αναζήτηση δουλειάς μετά την ολοκλήρωση ενός έργου. Το μόνο που μπορούσε να μετατρέψει την οικοδομή σε ένα μόνιμο επάγγελμα ήταν οι διάφορες παροχές του κοινωνικού κράτους που θα γλίτωναν τους εργάτες από την απόλυτη ανέχεια κατά τις περιόδους ανεργίας. Παροχές που θα λειτουργούσαν σαν «συγκολλητικό». Γι’ αυτό και τα αιτήματα που αφορούσαν το κοινωνικό κράτος διέτρεχαν οριζόντια όλα το κομμάτια των οικοδόμων (νέους, παλιούς, αυτοαπασχολούμενους, μισθωτούς ανεξαρτήτως ειδικότητας). Διέτρεχαν οριζόντια και ενοποιούσαν μια διασπασμένη τάξη ενάντια στο κράτος. Όταν, λοιπόν, το 1960 άρχισε να συζητιέται το ασφαλιστικό νομοσχέδιο που προέβλεπε την αύξηση των απαραίτητων ενσήμων για τη σύνταξη σε 4.000 από 2.500 (συν τις διάφορες μειώσεις στα επιδόματα και τις συντάξεις), το υποκείμενο που βρέθηκε απέναντι σε αυτό το νόμο ήταν οι εσωτερικοί μετανάστες, οι αποκομμένοι από την επιτήρηση της οικογένειας, αλλά και από τα δίκτυα προστασίας της. Η κοινωνική ομάδα με την «υψηλή περιεκτικότητα» σε αριστερές και ακροαριστερές ιδεολογίες που είχε πρόσφατες τις εμπειρίες του Εμφυλίου (και τις κτηνωδίες της αντίπαλης μεριάς) και δούλευε μαζικά αλλά υποτιμημένα σε έναν από τους κεντρικότερους κλάδους της ελληνικής παραγωγής.

Και κάπως έτσι φτάνουμε στην 1η Δεκέμβρη του 1960, όταν και είχε καλεστεί από το ξεπουλημένο σωματείο οικοδόμων μια συγκέντρωση έξω από το Εργατικό Κέντρο Αθήνας. Ο κόσμος ήταν πολύς∙ πάνω απο 15.000 εργάτες. Μια επιτροπή του σωματείου ξεκίνησε να παραδώσει το ψήφισμα με τα αιτήματα στο Υπουργείο και τότε ακούστηκε το σύνθημα «όλοι στο Υπουργείο» (μια κίνηση αυθόρμητη με την έννοια της αυτόνομης οργάνωσης του προλεταριάτου, έξω από το κράτος και τον κρατικό συνδικαλισμό, κι όχι του απρογραμμάτιστου και του «χύμα»). Η αστυνομία προσπάθησε να ανακόψει την πορεία, αλλά μάταια. Οι πλάκες των πεζοδρομίων ξυλώθηκαν, οι μπάτσοι έφαγαν πέτρες και ξύλα, ενώ χρησιμοποιήθηκαν τουμπαρισμένα αμάξια για να στηθούν οδοφράγματα. Η αστυνομία κάλεσε ενισχύσεις, για την ακρίβεια όλες τις δυνάμεις της ασφάλειας. Όλο το μηχανοκίνητο σώμα και οι πυροσβεστικές δυνάμεις προσπαθούσαν να καταστείλουν τη διαδήλωση των απεργών. Μάταια, όμως, για άλλη μία φορά. Ο λόγος στους πρωταγωνιστές: «Μετά το πρώτο ξάφνιασμα, έμεινα μετέωρος […] είδα μια σύγκρουση που έγινε ακριβώς μπροστά μου και είδα ότι σηκωνόντουσαν χέρια και χτυπάγανε. Ε, αυτό το διάστημα, το να είσαι μουδιασμένος απέναντι στο χωροφύλακα μέχρι το σημείο να πάρεις απόφαση να σηκώσεις κι εσύ το χέρι, περνάει ένα διάστημα. Βοήθαγε και η ίδια η αστυνομία, γιατί, μπορεί να μην είχανε τη φυσική κατάσταση, την εκπαίδευση των ΜΑΤ, αλλά είχανε μια αγριότητα που ήταν απ’ τον Εμφύλιο Πόλεμο. Γιατί τώρα μπορεί κάποιον να τον χτυπήσουνε βάρβαρα, αλλά εκεί ήτανε χτυπήματα καίρια, ήτανε απ’ τον Εμφύλιο. […] Ε, το πρώτο που μου ‘ρθε είναι ότι πρέπει, τελικά, όχι ν’ αντισταθείς. Το πρώτο είναι να προφυλαχτείς. […] Η αστυνομία έχοντας το θάρρος του Εμφυλίου Πολέμου, προσπάθησε να διαλύσει αυτόν τον κόσμο. Τεχνικά ήταν αδύνατο να διαλυθεί, γιατί ήταν ογκώδης η διαδήλωση. [···] Δεν δημιουργήθηκε πανικός, ούτως ώστε να φύγει όλος ο κόσμος. Αν κά­ποιος έπεφτε σε μια κατάσταση πανικού ή να υποχωρήσει, ε, τεχνικά ήταν αδύνατο να υποχωρήσει, η μάζα ήτανε συμπαγής. Ε, οπότε άρχισε τελικά, μετά το πρώτο ξάφνιασμα, άρχισε τελικά μια προσπάθεια αντίστασης. Το δεύτερο είναι ότι δεν έφυγε κανένας από τη θέση του, δεν υποχώρησε από τη θέση του, δημιούργησε μια διάθεση επιθετική πια. Ε, αυτό έληξε σαν πανηγύρι μετά. Λέγοντας πανηγύρι, είναι αυτό το ξέσπασμα. Το από καιρό, από χρόνια καταπίεσης, προσβολών απέναντι στον μπάτσο. Κι εκείνη τη στιγμή ένιωθες τελικά ότι μπορείς να τ’ αναπληρώσεις»2. Η «τάξη» τελικά αποκαταστάθηκε μόνο μετά την εφόρμηση ένοπλων αστυνομικών που πυροβολούσαν το πλήθος στο ψαχνό και την (για πρώτη φορά στην Ελλάδα) χρήση δακρυγόνων. Και για τους λάτρεις των αριθμών, ακολουθεί ο απολογισμός των συγκρούσεων: 120 τραυματισμένοι, 65 απεργοί και 55 μπάτσοι, 173 προσαγωγές εκ των οποίων οι 22 έγιναν συλλήψεις, καθώς και διάφοροι ξυλοδαρμοί φωτογράφων που κατέγραφαν τη βαρβαρότητα της αστυνομίας.

Για την επόμενη μέρα καλέστηκε νέα διαδήλωση ενάντια στην κρατική καταστολή. Κι ενώ η κυβέρνηση μίλαγε για «τους ίδους ανθρώπους που αιματοκύλησαν την Αθήνα πριν από ακριβώς 16 χρόνια» (βλ., Δεκεμβριανά), ένας νέος κύκλος αγώνων ξεκίναγε στην Ελλάδα. Ένας κύκλος ανεξέλεγκτων και μαζικών αγώνων, προερχόμενων από τη βάση που είχε την «αίσθηση του δρόμου» και της κινηματικής εμπειρίας στον πυρήνα του. Ένας κύκλος αγώνων που θα έσερνε τα αφεντικά στα όρια της παραφροσύνης για τα επόμενα 7 χρόνια, μιας και αδυνατούσαν να τον εμποδίσουν.

(το κείμενο έχει βασιστεί στο βιβλίο της Δήμητρας Λαμπροπούλου, «Οικοδόμοι, οι άνθρωποι που έχτισαν την Αθήνα, 1950-1967», Βιβλιόραμα, Αθήνα, 2009).

———————————————————————-

Δεν ήταν μόνο οι εβδομήντα χωροφύλακες που τραυματίστηκαν σοβαρά στα επεισόδια αυτά, αλλά και πολλοί άλλοι, που μετά τα γεγονότα υπέβαλαν τις παραιτήσεις τους. Η ταπείνωση του χωροφύλακα, που για χρόνια ήταν απόλυτος κύριος της ζωής και της αξιοπρέπειας εκατομμυρίων ανθρώπων, είχε ένα απελευθερωτικό αποτέλεσμα για το σύνολο των καταπιεσμένων μαζών. Τώρα ο εργάτης δεν ήταν ο κακομοίρης που ζητούσε λύτρωση στα δεσμά της μετανάστευσης. Ήταν ο γίγαντας που «πρωί με τη δροσιά και μέσα στο λιοπύρι έχτιζε για να φτάσει τον ήλιο». Ο ανατολίτικος θρήνος του Καζαντζίδη έδωσε τη θέση του στο αισιόδοξο μαρς του Θεοδωράκη. Όσο για τον οικοδόμο, ξέφυγε από τα τάρταρα της κοινωνικής περιφρόνησης και έγινε ο πρωταγωνιστής της πολιτικής σκηνής, όπου κυριάρχησε για εφτά ολόκληρα χρόνια.
Από τότε οι φοιτητές και άλλοι εργαζόμενοι, όταν στις συγκρούσεις τους με την αστυνομία βρίσκονταν σε δυσκολίες, φώναζαν το σύνθημα
«έρχονται οι οικοδόμοι».

Στέργιος Κατσαρός, «Εγώ ο προβοκάτορας, ο τρομοκράτης. Η γοητεία της Βίας», Μαύρη λίστα, 2000.

———————————————————————————-

Να ένα δείγμα του τι ενοούμε ξεπουλημένο κρατικό συνδικάτο με τα λόγια του Λυκιαρδόπουλου, του πρόεδρου της ξεπουλημένης ομοσπονδίας των οικοδόμων, ο οποίος αναφέρεται στην απεργία των εργατών στην αγορά του Ρέντη τον Απρίλη του 1964:

«Το πρωί της απεργίας ο Λυκιαρδόπουλος πήγε στο εργοτάξιο της ανεγειρόμενης αγοράς του Ρέντη, προκειμένου να εμποδίσει την παρέμβαση της απεργιακής επιτροπής. Όπως είπε αργότερα, σε ένορκη κατάθεσή του στο αστυνομικό τμήμα του Ρέντη, ζήτησε από συγκεντρωμένους στο χώρο εργάτες να του υποδείξουν τα άτομα που τους είχαν εμποδίσει να εισέλθουν στο εργοτάξιο. «Αμέσως τότε εγώ είδα να πλησιάζη προς το μέρος μας ο αστυφύλαξ ΙΒ38 τον οποίον παρακάλεσα να συλλάβη τους υποδειχθέντας για να προλάβουμε νέας εκ μέρους αυτών απειλάς» λέει ο πρόεδρος της ομοσπονδίας. «Ούτοι ετράπησαν εις φυγήν για να εξαφανισθούν. Ένεκα τούτου προέτρεξα κι εγώ με το αυτοκίνητόν μου προς βοήθειαν του αστυφύλακος διο και επιτύχαμε να συλλάβουμε αμέσως τα άτομα ταύτα και να τα προσαγάγωμεν εις το τμήμα με το αυτοκίνητόν μου. (…) Αφού προσηγάγαμεν εις το τμήμα τους τρείς ανωτέρω, επέστρεψα πάλι εις την αγοράν δια να τονώσω και πάλιν το ηθικόν των εργαζομένων. (…) Έπειτα από λίγο είδα έναν αστυφύλακα εν πολιτική περιβολή να ελέγχη την ταυτότητα δύο ακόμη τρομοκρατών. Ο αστυφύλαξ βλέποντάς με μέ παρεκάλεσε να βάλω και αυτούς εις το αυτοκίνητόν μου και να τους μεταφέρωμε στο τμήμα, γεγονός όπερ και εγένετο». (ό.π, σ. 294)

1 Απόσπασμα από συνέντευξη παλιού οικοδόμου, όπως αναφέρεται στο βιβλίο της Δήμητρας Λαμπροπούλου , «Οικοδόμοι, οι άνθρωποι που έχτισαν την Αθήνα, 1950-1967», Βιβλιόραμα, Αθήνα, 2009

2 Ό.π, σ. 349.


Αρέσει σε %d bloggers: