σχιζό metropolitans #2 – Κρίση… ετών 30

Το πρώτο πράγμα που έρχεται στο μυαλό όποτε πάει κάποιος να μιλήσει για την κρίση είναι τα διάφορα ακατανόητα άρθρα από τα πορτοκαλί φύλλα των εφημερίδων. Τα άρθρα αυτά είναι πράγματι ακατανοήτα (αναφέρονται στα σχέδια και τις ανησυχίες των αφεντικών για το πώς και το προς τα πού θα κινηθούν) γιατί ακριβώς αυτός είναι ο σκοπός τους. Ακόμα όμως κι αν κάποιος «τα καταφέρει» και βγάλει τελικά άκρη με τους δείκτες, τους οικονομικούς όρους και τα σενάρια, αυτό από μόνο του δεν σημαίνει και πολλά. Η κατανόηση θα παραμένει ελλιπής. Γιατί τα εργαλεία για τη μετάφραση από τη γλώσσα των αφεντικών θα τα βρει κάποιος μέσα στην καθημερινή συνθήκη εκμετάλλευσης και τη συμμετοχή στα κινήματα εναντίον της∙ όχι σε κάποιο οικονομικό πανεπιστήμιο. Η ανάγνωση που μπορεί να έχει μια χρησιμότητα είναι η πολιτική και όχι μια δήθεν «επιστημονική», μιας και οι κρίσεις είναι ένα δομικό στοιχείο του καπιταλισμού. Δεν πηγάζουν από την «κακοδιαχείριση», και σίγουρα δεν οφείλονται στην «απληστία και την κερδοσκοπία», αφού το κέρδος είναι η καρδιά και η ουσία του συστήματος κι όχι μια ατυχής στιγμή ή κάποιο ελάττωμα του καπιταλισμού. Οι κρίσεις δεν είναι κάποιο «ατυχές συμβάν» όπως η μπόρα ή ο σεισμός. Οι κρίσεις στον καπιταλισμό προκαλλούνται από τους ανθρώπους και τις σχέσεις τους. Γι’ αυτό και πηγάζουν κατευθείαν από τη θεμελιώδη και δομική αντίφασή του∙ τη σύγκρουση κεφαλαίου-εργασίας.

Όσο, λοιπόν, και να προσπαθούν οι επενδυτές, το κέρδος δεν βγαίνει από την «επιχειρηματικότητα» ή την «ανάληψη κινδύνου» ή την «ευκαιρία». Η κοινωνία μας είναι μια ταξική κοινωνία και το κέρδος το παράγει η εργασία των εργατών, η οποία εργασία είναι κρυμμένη μέσα στα προϊόντα που παράγει το σύνολο της ανθρώπινης εργασίας. Όταν τα προϊόντα αυτά πωληθούν, ένα μέρος του ποσού πάει για την πληρωμή των μισθών, των πρώτων υλών, των μηχανημάτων, των υποδομών, αλλά ένα επιπλέον μέρος (που έχει παραχθεί από την υπερεργασία των εργατών) μένει ως κέρδος για το αφεντικό. Κάτι που είναι σημαντικό με την εξής έννοια: αν το προϊόν μείνει απούλητο, τότε το κέρδος δεν θα πάρει ποτέ τη μορφή χρήματος και τα προϊόντα τα ίδια θα είναι άχρηστα για το αφεντικό. Κι αν οι αγορές είναι παγωμένες, πολλοί θα επιλέξουν να βάλουν τα χρήματά τους μέσα στον άυλο κόσμο του χρήματος, του χρηματιστηρίου, του δανεισμού. Του κόσμου της οφθαλμαπάτης όπου τάχα το χρήμα παράγει χρήμα. Όμως, το χρήμα δεν παράγει χρήμα κι αν δεν υπάρχουν κέρδη στον πραγματικό κόσμο τότε και αυτά δεν θα μεταφερθούν στον «ψέυτικο του χρηματιστηρίου». Η σημερινή κρίση είναι μια τέτοια κρίση. Μια κρίση αδυναμίας πώλησης των προϊόντων (κρίση υπερσσυσώρευσης), μια κρίση που πηγάζει από τις πραγματικές σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων και όχι μια άγνωστη και καλυμμένη διαδικασία μεταξύ των επενδυτών. Γιατί ο καπιταλισμός δεν παράγει απλώς «χρήσιμα πράγματα»∙ παράγει εμπορεύματα. Εμπορεύματα που πουλιούνται και αγοράζονται με χρήμα, που εμπεριέχουν την υπεραξία, η οποία και πρέπει να πραγματοποιηθεί.

Από τις αρχές του αιώνα και μετά ο καπιταλισμός ακολούθησε τον δρόμο της παραγωγής προϊόντων μαζικής κατανάλωσης. Προϊόντων που έπρεπε να καταναλωθούν από τους ίδιους τους προλετάριους από το μισθό τους. Και για να γίνουμε πιο συγκεκριμένοι, από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και μετά, μπροστά στον κίνδυνο ενός δεύτερου γύρου εξεγέρσεων και επαναστάσεων, σαν αυτές που έγιναν μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο, επιλέχθηκε μια οδός που περιλάμβανε μεν κάποιες παραχωρήσεις προς τους προλετάριους, υποσχόταν δε σταθερότητα για την ανάπτυξη του συστήματος. Αυτή η μέθοδος έμεινε γνωστή σαν Κεϋνσιανισμός, με το κράτος να παρεμβαίνει στην οικονομία, ρυθμίζοντάς την. Μέσω μιας τριπλής συνεννεόησης / συμμαχίας μεταξύ των αφεντικών, του κράτους και των εργατικών συνδικάτων (αυτών που ήταν διατεθειμένα να συνδιαλαγούν με τους «από πάνω» και να μεσολαβήσουν τους αγώνες), το κράτος μετατράπηκε σε κράτος σχέδιο, σε έναν συλλογικό καπιταλιστή. Τα «χρυσά χρόνια», όμως, της κερδοφορίας για τα αφεντικά, της μαζικής κατανάλωης, της πειθαρχημένης εργασίας και της ομαλότητας δεν θα κράταγαν για πάντα. Συγκεκριμένα, από τα μέσα της δεκαετίας του ’60 και μετά, μέχρι και τα τέλη της δεκαετίας του ’70, μια σειρά κινημάτων σε όλους τους τομείς και με μεγάλη δύναμη εμφανίστηκαν παγκοσμίως, τα οποία και έσπασαν το συμβόλαιο ομαλότητας που υπήρχε μέχρι τότε. Για να το πούμε αλλιώς, είναι το προλεταριάτο που έσπασε την κεϋνσιανή ομαλότητα, γι’ αυτό και δεν πρόκειται να γυρίσουμε ξανά σε αυτήν την εποχή.

Η αναδίπλωση των κινημάτων που ακολούθησε, έδωσε τον απαραίτητο χώρο για την αντεπίθεση των αφεντικών. Η αντεπίθεση αυτή είναι γνωστή με το κωδικό όνομα «νεοφιλελευθερισμός». Μια αντεπίθεση που περιελάμβανε εν συντομία τα εξής: την αφαίρεση των κεϋνσιανών εμποδίων από τη διεθνή μετακίνηση του κεφαλαίου, έτσι ώστε να μπορέσει το κεφάλαιο να μεταφέρει τα παραγωγικά του κομμάτια εκεί όπου η εργασία ήταν φτηνή και υποτιμημένη∙ τη χρήση και προώθηση της τεχνολογίας ως απάντηση στον ταξικό ανταγωνισμό, κάτι που έκανε την ανάγκη της μαζικής κατανάλωσης ακόμη μεγαλύτερη∙ τον δεκαπλασιασμό της ανεργίας που θα υποχρέωνε τους ανυπότακτους εργάτες της Δύσης να δεχτούν δουλειές και εργασιακές συνθήκες που υπό άλλες συνθήκες θα ήταν αδιανόητες∙ τη μείωση των μισθών με όλους τους τρόπους (με τις άμεσες περικοπές αλλά και με την καταστροφή του έμμεσου μισθού, των παροχών του «κοινωνικού κράτους»)∙ και βέβαια με την ιδεολογική αντεπίθεση που περιελάμβανε την αφομοίωση όσων ιδεών μπορούσαν να χωρέσουν στα πλαίσια του καπιταλισμού και την καταστολή για ό,τι δεν χώραγε. Έτσι, στα μέσα της δεκαετίας του ’70 ο καπιταλισμός βρέθηκε σε μια συνθήκη κατά την οποία η παραγωγικότητα της εργασίας είχε αυξηθεί κάθετα, καθώς παράγονταν όλο και περισσότερα προϊόντα όλο και φτηνότερα (άρα όλο και περισότερα προϊόντα έπρεπε να πωληθούν, για να πραγματοποιηθεί η υπεραξία τους, σε όλο και περισσότερο ανέργους, υποπληρωμένους, υποτιμημένους προλετάριους). Αυτός είναι ο λόγος που ο καπιταλισμός βρίσκεται σε κρίση εδώ και πάνω από 30 χρόνια. Η κρίση αυτή είναι μία και εννιαία, και οι διάφορες μορφές που παίρνει κατά καιρούς, είτε πρόκειται για την «κρίση των ασιατικών οικονομιών» είτε για την «κρίση χρέους του Τρίτου Κόσμου» είτε για την «κρίση στις αγορές νέων τεχνολογιών» είτε για την «κρίση στα ενυπόθηκα δάνεια» είτε για την «κρίση στην αγορά τροφίμων» κλπ, δεν είναι παρά στιγμές και βήματα της ίδιας διαδικασίας.

Υπό κανονικές συνθήκες, αυτή η οικονομία της κρίσης υπερσσυσώρευσης θα είχε καταρρεύσει από καιρό. Ωστόσο, κέρδισε μια παράταση ζωής μέσα από το δανεισμό. Δάνεια όλων των ειδών, καταναλωτικά, διακοποδάνεια, στεγαστικά, έδωσαν τις απαραίτητες ενέσεις κατανάλωσης στο σύστημα, διασώζοντάς το κάθε φορά από την καταστροφή. Ο δανεισμός όμως είναι κατανάλωση από το μέλλον και για να διατηρηθεί το ίδιο επίπεδο κατανάλωσης θα πρέπει να υπάρχει όλο και μεγαλύτερος δανεισμός. Μέσα σε αυτή τη συνθήκη, η οικονομία δεν ήταν κατάλληλη για επενδύσεις και γι’ αυτό τα διάφορα αφεντικά την είδαν επενδυτές και έβαλαν τα λεφτά τους στα χρηματιστήρια και τις πλασματικές αγορές, πιστεύοντας πως μέσω της ανταλλαγής χαρτιών και της άυλης κυκλοφορίας του χρήματος θα την γλιτώσουν, οδηγώντας τη μία αγορά μετά την άλλη σε κατάρρευση μετά την διάλυση κάθε οικονομικής «φούσκας» που δημιουργούσαν.

Κι όλα αυτά γιατί ο φιλελευθερισμός κατάφερε να μαντρώσει ξανά την προλεταριακή αρνητικότητα, δεν κατάφερε όμως να στήσει έναν νέο κόσμο σταθερότητας, πάνω στον οποίο τα κέρδη θα μπορούσαν να αναπτυχθούν, δεν κατάφερε να βγάλει από το λαιμό του καπιταλισμού τη θηλιά που του έβαλαν οι προλετάριοι.

… και μετά ήρθε ο «σωτήρας»

Μπροστά στον κίνδυνο κατάρρευσης των τραπεζών, το κράτος τους ήρθε να τις σώσει. Θα σταθούμε εδώ λίγο παραπάνω γιατί η τράπεζα δεν είναι απλώς και μόνο ένας δανειστής. Στην πραγματικότητα, κάθε επιχειρηματικό δάνειο που δίνει μια τράπεζα δημιουργεί και μια σχέση εξάρτησης και συμμαχίας μεταξύ της τράπεζας και της επιχείρησης, οπότε η τράπεζα νοιάζεται για την κερδοφορία των επιχειρήσεων που έχει κάτω από τη σφαίρα επιρροής της. Επειδή, βέβαια, οι τράπεζες έχουν πάρα πολλές επιχειρήσεις κάτω από την επιρροή τους, ρυθμίζοντας τη ρευστότητα της καθε επιχείρισης, μπορούν να παρουν αποφάσεις για την κατεύθυνση της οικονομίας. Γίνονται δηλαδή η μορφή της γενικής λογιστικής και της γενικής κατανομής των μέσων παραγωγής και με τη δύναμη και την επιρροή που αποκτούν, γρήγορα ενώνονται με το κράτος. Κράτος και τράπεζες, λοιπόν, λειτουργούν σαν ένα καθολικό ίδρυμα, καθώς τα πάντα περνάνε από τα χέρια τους και την έγκρισή τους. Μετατρέπονται δηλαδή σε έναν ενιαίο και αδιαχώριστο οργανισμό που εκτός των άλλων, έχει στη διάθεσή του (για τις δύσκολες ώρε) γκλόπς και δακρυγόνα, όπως και (για τις ακόμα πιο δύσκολες ώρες…) όπλα, τανκς, πολεμικά αεροπλάνα για χρήση εντός κι εκτός των συνόρων. Γι’ αυτό και διεθνώς, όταν οι τραπεζες τα βρήκαν σκούρα στην κρίση κάλεσαν τα έθνη-κράτη τους να τις σώσουν.

Μετά την «κρίση των ενυπόθηκων δανείων» στην Αμερική, οι αγορές τραβήχτηκαν από τις διάφορες επενδύσεις υψηλού ρίσκου χωρίς ασφάλεια. Μέχρι τότε στήριζαν με χαρά τέτοιες επενδύσεις, μιας και προσμετρούσαν τα δανεικά τους κατευθείαν ως κέρδη, κάτι που σημαίνει ότι όσο πιο αναξιόπιστος ήταν ο δανειστής, τόσο πιο μεγάλο ήταν το επιτόκιο και κατ’ επέκταση τόσο πιο μεγάλο το κέρδος για την τράπεζα. Ένας αντίστοιχος «αναξιόπιστος δανειστής» ήταν και το ελληνικό κράτος κι αυτό ακριβώς είναι το περίφημο δημόσιο χρέοςτα λεφτά που οφείλει το ελληνικό κράτος στις ελληνικές τράπεζες. Αν τώρα αναρωτιέται κανείς «μα, θα μπορούσε το κράτος να αφήσει τις τράπεζές του να φαλιρίσουν;», εμείς νομίζουμε πως η απάντηση είναι προφανής. Δεν θα μπορούσε, γιατί καταρχήν το κράτος ανήκει στις τράπεζές του και κατά δεύτερον οι ελληνικές τράπεζες είναι ο εκφραστής του ελληνικού ιμπεριαλισμού στα Βαλκάνια. Και όσα μετά από πολύχρονες προσπάθεις «πέτυχε» το ελληνικό κεφάλαιο στις γειτονικές χώρες, δεν μπορεί να τα κάνει δώρο στους ανταγωνιστές. Δεν τίθεται, λοιπόν, ζήτημα «επαναδιαπραγματεύσης χρέους» και όσο για τις συμμαχίες και τα δάνεια του ελληνικού κράτους από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα και το ΔΝΤ, πρέπει να γίνει κατανοητό πως δεν επιβάλλουν κανένα μέτρο που δεν προσπαθούσε με μανία να επιβάλει το ίδιο το ελληνικό κράτος στους εργάτες του. Έτσι, αυτό που η αριστερά ονομάζει «ξένη κατοχή» δεν είναι παρά μια προσεχτική συμμαχία και στο τέλος της ιστορίας αυτής δεν βρίσκονται σε καμία περίπτωση οι δημόσιες παροχές τύπου κεϋνσιανισμού, όπως πιθανώς κάποιοι ονειρεύονται. Γιατί πολύ απλά, για να γίνει κάτι τέτοιο θα πρέπει πρώτα να υπάρξουν ταξικοί αγώνες που θα βάλουν το πιστόλι στην πλάτη των αφεντικών, όπως έγινε και παλιά. Και αυτοί οι αγώνες ακόμη δεν υπάρχουν. Και όσο δεν υπάρχουν, οι μόνες κρατικές παροχές θα έχουν ως αποδέκτες τις τράπεζες και τη βιομηχανία όπλων.


Αρέσει σε %d bloggers: