σχιζό metropolitans #2 – Οι «αόρατες» γυναίκες και η ορατή εκμετάλλευσή τους στις «σεξουαλικές φυλακές»

«Άν και είμαστε γυναίκες δεν είμαστε μουνί»

Είναι οι αόρατες γυναίκες. Οι γυναίκες ενός παράλληλου κόσμου που ζει στη «νύχτα», έξω από τις «νορμάλ» κοινωνικές σχέσεις και αντιθέσεις. Οι γυναίκες που βιώνουν όλη εκείνη τη βία (σωματική, ψυχική, διανοητική) που ξεβράζεται σε κάθε σπιθαμή της ελληνικής επικράτειας και χαρακτηρίζει το σημερινό καπιταλιστικό κόσμο∙ έναν κόσμο σε παρακμή. Έναν κόσμο όπου η σεξιστική και ρατσιστική βία των αρσενικών επί των γυναικείων σωμάτων αποκαλύπτεται σ’όλο της «το μεγαλείο» στο τελευταίο κωλόμπαρο ή την παράγκα από νέον και λαμαρίνα έξω από ένα χωριό, στα απόμερα στενά και τα εξαθλιωμένα μικρά διαμερίσμετα, στα σαλόνια του πιο κυριλέ ξενοδοχείου, τα high class ή luxury bar και τα μασαζάδικα. Εκεί που τα κορμιά χιλιάδων μεταναστριών μετατρέπονται σε «σεξουαλικά αντικείμενα» και γίνονται εμπορεύματα, τίποτα περισσότερο από ένα ανταλλάξιμο είδος προς πώληση και ενοικίαση. Εκεί που οι γυναίκες μετανάστριες μπαίνουν στην «κρεατομηχανή» μέχρι να σπάσουν, μέχρι να χάσουν κάθε έλεγχο πάνω στην υπαρξή τους, μέχρι να απωλέσουν την αυτοπεποίθηση και τη βούλησή τους. Αν αυτό δεν έχει γίνει ήδη στον δρόμο προς τη Δύση, τότε επιτυγχάνεται στις «σεξουαλικές φυλακές». Εκεί που πλέον ξέρουν πως βρίσκονται στην ολοκληρωτική κατοχή και ιδιοκτησία των φασιστών- δουλεμπόρων∙ για να τεμαχιστούν προκειμένου να ικανοποιήσουν τις επιθυμίες του πελάτη. Ενός πελάτη που γίνεται όλο και πιο βίαιος και απαιτητικός, αφού ξέρει πως το σώμα που ελέγχει είναι καθολικά υποτιμημένο.

Πώς, όμως, φτάσαμε ώς εδώ;

Κατά τη διάρκεια της μεταπολίτευσης (1974-1981) η πορνεία πέρασε μια περίοδο σχεδόν ανυπαρξίας. Κι αυτό γιατί δεν υπήρχε εκείνη η κοινωνική και πολιτική συνθήκη που θα μπορούσε να ευνοήσει την άνθισή της. Τα κύματα των μηνυμάτων και των αλλαγών που έφεραν διεθνώς τα κινήματα των δεκαετιών ‘60-’70 στον καπιταλιστικό κόσμο έκαναν την εμφάνισή τους- κάπως καθυστερημένα βέβαια, λόγω χούντας- και στην Ελλάδα. Το γενικότερο κλίμα ριζοσπαστικοποίησης έδινε πάτημα στις γυναίκες για να μιλήσουν για την κακοποίηση, τους βιασμούς και την εκμετάλλευση της γυναικείας σεξουαλικότητας. Και κάπως έτσι, δίπλα στην άρνηση του παραδοσιακού προτύπου της γυναίκας νοικοκυράς, συζύγου και σεξουαλικού αντικείμενου, προστέθηκε το αίτημα για πλήρη έλεγχο του σωματός τους και διεκδικήθηκε το δικαίωμα στην αντισύλληψη, την έκτρωση και το ελεύθερο διαζύγιο. Με την έλευση, όμως, της σοσιαλδημοκρατίας το ‘81 τα ζητήματα αυτά ενσωματώθηκαν στην επίσημη κρατική πολιτική και η δυναμική των αγώνων, όπως ήταν επόμενο, περιορίστηκε. Αυτή η συνθήκη ήταν και η αρχή του τέλους για μια σειρά κατακτήσεων∙ μια σειρά μεταφεμινιστικών βεβαιοτήτων. Με άλλα λόγια, η καπιταλιστική αντεπίθεση υπήρξε αμείλικτη. Η βιαιότητα και η σημειολογία της ήταν τέτοιες που, δεν θα ήταν καθόλου υπερβολή να ισχυριστούμε πως θυμίζουν «άλλες εποχές», όπως εκείνες των αρχών του 20ου αιώνα.

Για να γίνουμε πιο συγκεκριμένοι, ήδη από το ’81 και βάσει διακρατικής συμφωνίας, μετανάστευσαν στην Ελλάδα γυναίκες από τις Φιλιππίνες, την Πολωνία, τον Αγιο Δομίνικο και την Ταϊλάνδη για να εργαστούν κυρίως ως υπηρετικό προσωπικό. Σ’αυτές τις γυναίκες ήταν που έγινε και η πρώτη προσέγγιση μέσω των γραφείων ευρέσεως εργασίας. Οι δουλέμποροι που συχνά ήταν υπάλληλοι των εν λόγω γραφείων –αν δεν ενεργούσαν για πάρτη τους- μεσολαβούσαν για λογαριασμό των διεθνικών δικτύων που τότε έκαναν την εμφάνισή τους, καθώς και των ιδιοκτητών μπαρ και νυχτερινών κέντρων και ακινήτων (ξενοδοχείων, σπιτιών και διαμερισμάτων). Όλο αυτό το συνάφι εξαπάτησε και βίασε προωθώντας στην πορνεία πολλές από αυτές τις μετανάστριες. Καθ’όλη τη διάρκεια της δεκαετίας του ’80 -ιδιαίτερα μετά το ‘84-, αν και τα δίκτυα αυτά είχαν πολλές αδυναμίες και λόγους που εξηγούσαν τον «αιφνίδιο» θάνατό τους (κυρίως λόγω του διεθνούς ανταγωνισμού), άρχισαν να χτίζονται οι κατάλληλες υποδομές και να επιβάλεται η εντατικοποίηση των προσφερόμενων «υπηρεσιών»∙ ο εξαναγκασμός και ο βιασμός. Είναι αξιοσημείωτο ότι αυτό το πρώτο κύμα μεταναστριών δεν προωθήθηκε στον παραδοσιακό οίκο ανοχής και το πεζοδρόμιο (είτε από τα δίκτυα διεθνικής σωματεμπορίας είτε από τα δίκτυα τοπικής μαστροπείας), αλλά για να το «υποδεχτούν» διευρύνθηκαν θεαματικά και εκσυγχρονίστηκαν άλλου είδους «σεξουαλικές φυλακές» που επρόκειτο να κυριαρχήσουν την επόμενη δεκαετία. Πάνω απ’ όλα,ωστόσο, αποδείχτηκε πως οι πελάτες που ήταν πρόθυμοι και διαθέσιμοι να κανιβαλίσουν σε βάρος των μεταναστριών ήταν πολλοί, πάρα πολλοί, τόσοι πολλοί μάλιστα που δεν χωρούσε καμιά αμφιβολία: αυτού του είδους η αγορά μπορούσε να είναι όχι μόνο βιώσιμη αλλά και ιδιαίτερα κερδοφόρα.

Έτσι, το πραγματικό «άλμα» έγινε μετά το ‘90. Και λέμε «άλμα» γιατί “η πορνεία” των δεκαετιών ‘80-‘00 διαφέρει ουσιαστικά από την πορνεία των προηγούμενων δεκαετιών στην Ελλάδα ως προς τα εξής: την ύπαρξη των διεθνικών δικτύων και το μαζικό εμπόριο γυναικών. Συγκεκριμένα, την περίοδο 80’-90’ το εμπόριο μεταναστριών έχει μια ισχυρή αλλά περιφερειακή παρουσία, μοιάζει περισσότερο με ιστορικό προπομό αυτού που πρόκειται να ακολουθήσει την περίοδο ‘90-‘00, όταν ο εξαναγκασμός και ο βιασμός δεσπόζουν από κάθε άποψη και μάλιστα σε όλους τους τομείς της πορνείας, παραδοσιακούς ή μη. Τα ασθενικά δίκτυα, κυρίως από την Ταϊλάνδη και την Πολωνία, θα τα διαδεχτούν τέσσερα άλλα (ρωσικό, ουκρανικό, αλβανικό, βαλκανικό), δύο εκ των οποίων (το ρωσικό και το ουκρανικό), κρινόμενα ακόμα και με βάση τα διεθνή στάνταρ, θα μπορούσαν να θεωρηθούν πανίσχυρα. Γυναίκες, λοιπόν, από τη Ρωσία, την Ουκρανία, τη Μολδαβία, τη Γεωργία, το Καζακστάν, τη Λευκορωσία, τη Βουλγαρία, τη Ρουμανία, την Αλβανία (συνολικά από 21 χώρες), μετά και την κατάρρευση των κοινωνιών της Ανατολικής Ευρώπης και των Βαλκανίων, ξεκινούν να έρθουν στην Ελλάδα με την ελπίδα να κερδίσουν τις κλεμμένες ζωές τους. Αυτό όμως που τις περίμενε εδώ ήταν η κόλαση και η αιχμαλωσία στα διάσπαρτα σεξουαλικά στρατόπεδα ανά την Ελλάδα.

«Μέσω Φρανκφούρτης μάς έφεραν με τη φίλη μου Ελ… στην Ελλάδα, όπου μας οδήγησαν σε ένα ξενοδοχείο στην Καλλιθέα. Η συμφωνία ήταν ότι θα πηγαίναμε στην Κρήτη για να δουλέψουμε σερβιτόρες σε καφέ (εργασία ημέρας). Μόλις φτάσαμε ήρθαν δύο άτομα «σαν ντουλάπες», Πόντιοι, που μας πρότειναν να πιούμε ένα ποτό και μετά «να μας δοκιμάσουν».»Τι εννοείτε να μας δοκιμάσετε;» τους είπα «πώς σερβίρουμε;»»

«Καλά, δεν ξέρεις γιατί είσαι εδώ;» Απάντησανποια σερβιτόρα; Στην Αθήνα θα μείνετε και θα δουλέψετε πουτάνες σε μπαρ»1

Από το ‘93 και μετά η πορνεία αλλάζει μορφή οριστικά. Αλλάζουν τα μεγέθη, η δομή και οι συνθήκες της ντόπιας «βιομηχανίας του σεξ»2. Μια από τις πιο γοργά αναπτυσσόμενες «βιομηχανίες» στον κόσμο, το σύγχρονο δουλεμπόριο, οργανώνεται με τζίρο δισεκατομμυρίων. Το κυρίως σώμα της πορνείας συγκροτείται πλέον από τις χιλιάδες μετανάστριες και μάλιστα υπό όρους εγκλεισμού ή πιο σωστά μέσα σε συνθήκες σκλαβιάς με ό,τι αυτό συνεπάγεται3. Ήδη με την πείρα και την γνώση της διεθνικής σωματεμπορίας από το ’81, αλλά και εξαιτίας της σημαντικής θέσης της Ελλάδας στο χάρτη θα στηθούν αμέσως δίκτυα επικοινωνίας με τα τοπικά δίκτυα διακίνησης και προώθησης γυναικών στις χώρες προέλευσης. Οι σωματέμποροι φέρνανε πολλές γυναίκες∙ τόσες πολλές που από το ‘96 και μετά, αφού η κατάσταση έφτασε στο απροχώρητο και ένα είδος κορεσμού έκανε την εμφάνισή του στις μεγάλες πόλεις, οι δουλέμποροι σαν καλοί επιχειρηματίες επέκτειναν τις επιχειρήσεις τους και άνοιξαν μια καινούρια αγορά που βρήκε αμέσως ανταπόκριση στην ελληνική περιφέρεια στη μικρή, μεσαία πόλη και το χωριό.

Κι όλα αυτά τα πέτυχαν από μόνοι τους;

Κάθε άλλο. Στο πλάι των σωματεμπόρων υπήρχε και το ελληνικό κράτος και η ελληνική νομοθεσία που ανέλαβαν το ρόλο του «γενικού οργανωτή». Μόλις το 1999 ψηφίστηκε ο νόμος 2734/99 που αντιμετωπίζει την πορνεία ως βιοποριστική δραστηριότητα και ισχύει μέχρι και σήμερα. Βέβαια, εκ πρώτης όψεως αυτός ο νόμος είναι εκτός τόπου και χρόνου αφού θα μπορούσε ν’αφορά την πορνεία σε μια άλλη κοινωνία ή την πορνεία του ’50, του ‘60, ίσως και του ‘70, αλλά πάντως όχι την πορνεία της βίας και του εξαναγκασμού4 στην Ελλάδα της δεκαετίας του ‘90. Από αυτόν το νόμο απουσιάζουν όλες εκείνες οι μορφές της σύγχρονης βαρβαρότητας της πορνείας που είναι πλέον κυρίαρχες. Και αυτό δεν είναι τυχαίο γιατί το ελληνικό κράτος έχει συμφέροντα από το «οργανωμένο έγκλημα» γι’αυτό και το προωθεί βοηθώντας τους σωματέμπορους να εκμεταλλεύονται και να βιάζουν τις γυναίκες στις «σεξουαλικές φυλακές» ανενόχλητοι.

Ποιοί είναι όμως όντως οι λόγοι για τη βία, την ένταση και την ταχύτητα των εξελίξεων της δεκαετίας του ‘90; Ποιοι είναι στην ουσία οι πρωταγωνιστές αυτής της ιστορίας; Είναι οι διεθνικοί σωματέμποροι, οι τοπικοί μαστροποί και τα δίκτυα που έχουν αναπτύξει; Είναι οι γυναίκες μετανάστριες που δέχτηκαν τέτοια βαρβαρότητα που όμοιά της δεν υπάρχει; Είναι οι μπάτσοι που βίασαν, πούλησαν νταβατζιλίκι, προστάτεψαν νταβάδες και βοήθησαν με το αζημίωτο σωματέμπορους; Είναι η σεξουαλική οικονομία του νεοέλληνα που έχει αλλάξει δραματικά με τους επί πληρωμή βιασμούς στις σεξουαλικές φυλακές; Είναι μια ολόκληρη κοινωνία που δεν διστάζει να αποδέχεται ή να ανέχεται την αντρική βία και την ιδιοκτησία επί των γυναικείων σωμάτων σαν το κατεξοχήν αφροδισιακό; Είναι το«κακόμοιρο» το κράτος που κάθε φορά που ξεσκεπάζει υποθέσεις μας πουλάει φούμαρα για «εξαρθρώσεις και «φαινόμενα διαφθοράς»; Πάντως αυτό που στα σίγουρα συμβαίνει είναι ότι τα τελευταία 30 χρόνια η ελληνική κοινωνία, οι αξίες της, οι πρακτικές της, οι σχέσεις των φύλων κατρακυλάνε στον φασισμό με καύσιμο τη ρατσιστική και σεξιστική πανούκλα των ντόπιων. Καθώς όλοι γνωρίζουν για την ύπαρξη και το καθεστώς κάτω από το οποίο βρίσκονται οι μετανάστριες αλλά κανείς δεν μιλάει, δημιουργείται ένα ευρύ πεδίο συνενοχής με τις δικές του αρχές και τους δικούς του κώδικες∙ με τη δική του γλώσσα. Πλάι στον Αλβανό και την υποτίμησή του βρίσκεται και η Ρωσίδα που υπάρχει είτε για να πλένει σκάλες είτε για να τη γαμάμε.

———————————————————————————————————

Συνεταιρικές δουλειές…

Όλες οι υποθέσεις του «οργανωμένου εγκλήματος» που ξεσκεπάζονται κατά καιρούς από το κράτος δεν αποσκοπούν στην «πάταξη» και την υποδειγματική «τιμωρία», αλλά στον «έλεγχο»! Στον κερδοφόρο έλεγχο! Αυτή είναι η σχέση του κράτους και του οργανωμένου εγκλήματος σήμερα∙ ποιος, δηλαδή, θα πάρει τι από την όλη υπόθεση.

Τον Ιούλη του 2009 έγινε γνωστό ότι ένα δίκτυο μέσα στην αστυνομία, ακόμα και με ανώτατους αξιωματικούς και άλλους «ευυπόληπτους επαγγελματίες» προσέφερε επί πληρωμή υπηρεσίες σε ένα από τα μεγαλύτερα κυκλώματα εμπορίας ανθρώπων από την Ανατολική Ευρώπη. Ως εγκέφαλος παρουσιαζόταν ο Γ. Νικολουλέας, ιδιοκτήτης στριπτιζάδικων και παράνομων οίκων ανοχής, ενώ ως «υπαρχηγοί» ο πρώην ταξίαρχος Α. Μητσώνης, ο οποίος αποτάχθηκε πριν από μερικά χρόνια για εμπλοκή του σε κύκλωμα μαστροπείας, καθώς και ο επιχειρηματίας Γ. Βούλγαρης. Ο «αρχηγός» δεν φαινόταν πουθενά και δήλωνε… άνεργος στην Εφορία παίρνοντας και επιστροφή, ενώ τα κέντρα διασκέδασης ανήκαν σε διάφορες εταιρείες και ως διαχειριστές φαίνονταν οι δύο «υπαρχηγοί».

Κάποιοι εξεπλάγησαν, κάποιοι άλλοι όχι…

1 Οι νταβατζήδες δίνουν τις απαραίτητες «διευκρινήσεις», Ελευθεροτυπία, 19/04/2010.

2 Τα αποσπάσματα από το βιβλίο του Γρηγόρη Λάζου «Η εκδιδόμενη», Καστανιώτης, 2002, είναι αρκετά κατατοπιστικά: «Συγκρίνοντας τα μεγέθη μέσα σε μια δεκαετία (1990-2000), η πορνεία αυξήθηκε 4,2 φορές ως προς τα εκδιδόμενα άτομα, 3 φορές ως προς τις πορνικές μισθώσεις και 8 φορές ως προς τα οικονομικά έσοδα που προέκυψαν», «Συνολικά 1,5 εκατομμύρια αρσενικοί έγιναν πελάτες στα σεξουαλικά κάτεργα. 1 στους 4 άνδρες έκανε χρήση πορνικών υπηρεσιών. Πρακτικά αυτό σημαίνει πως αυτοί οι άνδρες είναι Έλληνες ανεξαρτήτως κοινωνικής και ταξικής θέσης, αλλά και σε μικρότερα νούμερα μετανάστες».

3 «Μας πούλησαν σε μια Κατερίνα, που είχε βίλα στον Αγ. Στέφανο, όπου στεγαζόταν η «οικογενειακή τους επιχείρηση»… όταν αντέδρασα έστειλαν κάποιους στο σπίτι της μητέρας μου στη Λετονία, έσπασαν την πόρτα και της είπαν «βάλε μυαλό στην κόρη σου γιατί την επόμενη φορά θα σας χαλάσουμε το πρόσωπο με βιτριόλι», «Μ’ έστελναν ακόμη και σ’ ένα μαγαζί με είδη κουζίνας-νεροχύτες, όπου ο ιδιοκτήτης ήθελε να διακόπτει την πώληση με πελάτες του, να με έχει κλεισμένη στην τουαλέτα και να επιστρέφει μετά πέντε λέπτων συνουσίας σ’ αυτούς», η Κ.S από τη Λετονία μιλάει για τις «εμπειρίες» της. Ελευθεροτυπία, ό.π.

4 «Το 1980 μια γυναίκα από την Ελλάδα ήταν ρεαλιστικό να αναμένει οτι θα παρέμενε στην πορνεία για 25 χρόνια. Το 2000, η κοπέλα που θα διακινηθεί από την Ουκρανία ή την Αλβανία θα κρατηθεί στην πορνεία περίπου 25 μήνες. Η σύγχρονη πορνεία μένει πάντα νέα γιατί η γυναίκα που την υπηρετεί γερνάει 25 χρόνια σε 25 μήνες», Λάζος, ό.π.


Αρέσει σε %d bloggers: