σχιζό metropolitans #3 – «Έπρεπε να τους κάμουν ακόμη περισσότερα, διότι ήσαν κομμουνισταί»

Τα τάγματα ασφαλείας ιδρύθηκαν το 1943 από την κατοχική κυβέρνηση Ράλλη, υπό τις εντολές των Γερμανών. Σκοπός τους ήταν η «εξοικονόμηση γερμανικού αίματος», ενώ παράλληλα ήθελαν «να χρησιμοποιηθεί πλήρως η αντικομμουνιστική μερίδα του ελληνικού λαού, για να εκδηλωθεί φανερά και να εξαναγκαστεί σε απροκάλυπτη εχθρότητα κατά της κομμουνιστικής μερίδας»1. Έτσι λοιπόν ιδρύθηκαν 9 ευζωνικά τάγματα ενώ μπήκαν κάτω από τις φτερούγες του προγράμματος άλλα 22 «εθελοντικά σώματα» (η συνολική δύναμη ανερχόταν σε περίπου 22.000 άτομα). Κι όλα αυτά κάτω από τη διοίκηση του γερμανού αντιστράτηγου των SS, Βάλτερ Σιμάνα.

 

Από εκείνο το σημείο και πέρα οι ταγματασφαλίτες ρίχτηκαν με περίσσιο ζήλο στο έργο τους, καίγοντας χωριά, πολεμώντας το ΕΑΜ, αστυνομεύοντας τις πόλεις, συμμετέχοντας στα μπλόκα των Γερμανών και ρουφιανεύοντας. Κάποιες φορές, μάλιστα, ενεργούσαν με τέτοιο ζήλο που ξεπέρναγαν και τα «αφεντικά» τους, για τα οποία διαμαρτύρονταν επειδή τάχα έδειχναν επιείκεια απέναντι στους αιχμάλωτους κομμουνιστές. Με «κόπο», λοιπόν, κατάφεραν το όνομά τους, μετά από 60 χρόνια, να είναι ακόμα βρισιά. Τα πήγαν, βέβαια, τόσο καλά ώστε ο Χίμλερ στον απολογισμό του όλου εγχειρήματος έγραψε: «Σας εκφράζω τα συγχαρητήριά μου, επειδή κατορθώσατε να οργανώσετε τα υγιή και νομοταγή στοιχεία του Ελληνικού λαού στα τμήματα των Ελλήνων εθελοντών καθώς και των Ευζώνων, και να τα οδηγήσετε -σε αγαστή συνεργασία με τα δικά μας γερμανικά τμήματα- στον αγώνα κατά των μπολσεβίκων συνωμοτών μέχρι την τελευταία μέρα»2.

 

Κανονικά, τέτοιες περιπτώσεις θα περίμενε κανείς να «την είχαν άσχημα» μετά την αποχώρηση των Γερμανών. Αυτό που στην πραγματικότητα, ωστόσο συνέβη είναι πως η επίσημη κυβέρνηση γυρνώντας από την Αίγυπτο και αναλαμβάνοντας τα καθήκοντά της στην Ελλάδα βρέθηκε σε μία αρκετά μυστήρια θέση. Από τη μία αποτελούσε πλέον την επίσημη κυβέρνηση, ενώ στις συνομιλίες «ανωτέρων» είχε ληχθεί πως η Ελλάδα θα είναι μια χώρα της «Δύσης», αλλά από την άλλη η επιβολή αυτής της πραγματικότητας έμοιαζε όλο και πιο δύσκολη. Γιατί μπορεί ο Παπανδρέου να είχε στα χέρια του την κυβέρνηση (μιας και του την χάρισε το ΚΚΕ), δεν είχε όμως τα μέσα για να επιβάλει τις αποφάσεις του. Ο στρατός και η αστυνομία ήταν διαλυμένα και η μόνη ένοπλη δύναμη που υπήρχε τελικά στην Ελλάδα ήταν οι δυνάμεις του ΕΑΜ (και αυτές, φυσικά, δεν ήταν καθόλου κατάλληλες). Μέσα σε αυτά τα πλαίσια, λίγο πολύ όλοι καταλάβαιναν πως η κατάσταση την οποία ζούσαν το ’44 ήταν μεταβατική και προφανώς δεν θα κρατούσε για πάντα. Γρήγορα, λοιπόν, ξεθάφτηκαν οι ταγματασφαλίτες που τόσο χρήσιμοι είχαν φανεί παλιότερα ενάντια στην «κόκκινη απειλή», προκειμένου να συνεχίσουν τις «δουλειές» που ήξεραν καλύτερα να κάνουν. Και κάπως έτσι, οι ταγματασφαλίτες συνέχισαν το έργο τους τον Δεκέμβρη του ’45 στη «μάχη της Αθήνας», όπως και την περίοδο της «λευκής τρομοκρατίας» αλλά και κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου. Τέτοια ήταν η «προσφορά» τους που αναγνωρίστηκε άμεσα και μετά τον πόλεμο το κράτος τους μοίρασε συντάξεις (σε αυτούς και τις οικογένειές τους), τους έδωσε άδειες για διάφορες δουλειές και τους προσέλαβε στο δημόσιο.

 

 

«Είναι προδότες», είπε η Αριστερά και μετά κοιμήθηκε…

 

 

Η Αριστερά αναφέρεται συχνά πυκνά στα γεγονότα αυτά (αν και συνήθως δεν λέει τίποτα, μιας και τη συμφέρει περισσότερο να αφηγείται μια ιστορία στην οποία ο Εμφύλιος απουσιάζει) θέτωντας το ερώτημα «ποιος είναι τελικά ο προδότης;». Το μόνο που κάνει είναι να παίρνει το επιχείρημα που χρησιμοποιούσαν εναντίον της (πως δηλαδή οι κομμουνιστές ήταν «εαμοβούλγαροι» που ήθελαν να προδώσουν την πατρίδα και να δώσουν την Μακεδονία στους Βούλγαρους) και να το επιστρέφει πίσω στους δημιουργούς του. Λέει δηλαδή, η Αριστερά, πως αυτοί που το παίζουν τώρα πατριώτες ήταν ταγματασφαλίτες και συνεργάτες των Γερμανών ενώ η μόνη «πατριωτική» δύναμη στην Ελλάδα εκείνα τα χρόνια ήταν το ΕΑΜ που πάλεψε για την πραγματική ανεξαρτησία της χώρας. Και από εκεί ξεκινάει μια συζήτηση για το «ποιος είναι ο πατριώτης και ποιος ο προδότης». Είναι, βέβαια, πολύ διαφορετικό το να απαντάς στις χαζομάρες της ακροδεξιάς και πολύ διαφορετικό το να ανάγεις τον «πατριωτισμό» σε ένα πρώτης γραμμής ζήτημα για το κίνημα3.

 

Παρόλ’ αυτά, στη συγκεκριμένη προσέγγιση υπάρχουν αντιφάσεις που δεν ερμηνεύονται με το σχήμα πατριώτης/προδότης. Για παράδειγμα η κυβέρνηση η οποία υποτίθεται πως ήταν εναντίον των Γερμανών, πρώτα πρώτα σε αυτούς έτρεξε για να ζητήσει βοήθεια. Αλλά και εκείνοι οι χιτλερικοί, φασίστες και συνεργάτες των Γερμανών δεν είχαν κανένα πρόβλημα λίγο αργότερα να πολεμήσουν στο πλευρό των Άγγλων. Μένουν ανερμήνευτα ακόμη γεγονότα όπως η μαζική συμμετοχή στα Τάγματα το 1943, μια εποχή όπου είχε ήδη αρχίσει να φαίνεται προς τα πού έγερνε η πλάστιγγα της έκβασης του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου. Πώς, δηλαδή, ήταν «προδότες» όλοι αυτοί που έγιναν ταγματασφαλίτες τη στιγμή που συντάσσονταν με αυτόν που και τότε ακόμη έμοιαζε με τον ηττημένο της υπόθεσης; Ο προδότης δεν πηγαίνει «συνήθως» με το μέρος του νικητή; Και αν ήταν τέτοιοι ιδεολόγοι, πώς άλλαξαν στρατόπεδο εν μια νυκτί το ’44; Η εθνικοφροσύνη απαντάει, πως ήταν η «κόκκινη θηριωδία» που τούς υποχρέωσε να οπλιστούν από τους Γερμανούς για «αυτοάμυνα». Άλλωστε, και οι υπόλοιπες δεξιές αντιστασιακές ομάδες που υποτίθεται πως πολέμησαν τους Γερμανούς έκαναν λόγο για «διμέτωπο αγώνα» κατά του ΕΑΜ και των Γερμανών και ένιωθαν τα Τάγματα σαν αδερφές οργανώσεις με διαφορετικές προτεραιότητες.

 

Το εμπόδιο για την κατανόηση της όλης ιστορίας είναι η στάση απέναντι στο φασισμό. Πολύ απλά γιατί ο φασισμός δεν είναι μια ιδεολογία∙ δεν είναι καν απλώς μια ιδιότητα που έχει κάποιο άτομο. Δεν είναι ο εθνικισμός, ο μιλιταρισμός, ο ρατσισμός κλπ που κάνουν κάποιον φασίστα (ή μάλλον η απουσία τους τον καθιστούν μη-φασίστα). Ο φασισμός είναι η πολιτική της ολομέτωπης σύγκρουσης με την εργατική τάξη και το κίνημά της. Ο φασισμός μπορεί να έχει κάποια αγκυροβόλια, κάποιες τάσεις και ιδεολογίες μέσα από τις οποίες τον αναγνωρίζει κανείς, αλλά δεν είναι κάτι άκαμπτο. Έτσι, λοιπόν, τα Τάγματα ήταν φασιστικά σχήματα με την πλήρη και αδιαπραγμάτευτη έννοια του όρου. Όχι μόνο γιατί οι ταγματασφαλίτες ήταν συνεργάτες των χιτλερικών ή γιατί είχαν τέτοιες αναφορές και οι ίδιοι, αλλά πολύ περισσότερο γιατί ήταν διατεθειμένοι να κινηθούν ένοπλα κατά τις εργατικής τάξης. Στο κάτω κάτω πολλοί από αυτούς που στελέχωσαν ή διοίκησαν τα Τάγματα είχαν «προϋπηρεσία» από την εποχή του Μεταξά ή και ακόμα πιο πριν (από τις αρχές της δεκαετίας του ’30 και τα χρόνια του Ιδιώνυμου ή των ακροδεξιών οργανώσεων όπως η ΕΕΕ)∙ τότε που όσα έκαναν δεν τα θεωρούσε κανείς «προδοτικά». Κάτω από αυτό το πρίσμα, τα Τάγματα όντως οπλίστηκαν ενάντια στον κομμουνισμό, όχι γιατί αναγκάστηκαν από την «κόκκινη θηριωδία», αλλά γιατί αδημονούσαν να πάρουν θέση απέναντι στον «εσωτερικό εχθρό». Και αν μοιάζει πως ήταν ευέλικτα και κινούνταν σαν χέλια, στην πραγματικότητα μόνο αυτό δεν συνέβαινε. Τα Τάγματα έμειναν στο ίδιο στρατόπεδο από την αρχή μέχρι το τέλος∙ το στρατόπεδο της ένοπλης εναντίωσης στην εργατική τάξη. Το κράτος δεν είχε σημασία ως «ελληνικό ή γερμανικό», είχε σημασία το κράτος ως το κόμμα των αφεντικών και της βίας ενάντια στο προλεταριάτο. Για να το πούμε αλλιώς, οι ταγματασφαλίτες ήταν μέρος ενός Εμφυλίου που ουσιατικά είχε ξεκινήσει πολύ πριν το ’47 ή το ’45 ή ακόμη και το ’43 και ήταν ξεκάθαρα με τη μεριά των αφεντικών. Κατά συνέπεια, οι ταγματασφαλίτες ήταν πράγματι προδότες∙ προδότες της τάξης τους. Γι’ αυτό και το μεταπολεμικό και μετεμφυλιακό κράτος τούς αναγνώρισε ως κομμάτι του, με αποτέλεσμα όποτε χρειάστηκε χέρια (που κράταγαν μαχαίρια) να έχει απόθεμα για να το χρησιμοποιήσει. Όπως αντίστοιχα κάνει και σήμερα…

 

 

 

 

 

(Διάφορα στοιχεία και απόψεις που αναφέρονται στο παραπάνω κείμενο προέρχονται από το βιβλίο του Τάσου Κωστόπουλου «Η αυτολογοκριμένη μνήμη – τα τάγματα ασφαλείας και η μεταπολεμική εθνικοφροσύνη», Εκδ. Φιλίστωρ, 2005).

1 Hagen Fleischer, «Νέα στοιχεία για τη σχέση γερμανικών αρχών κατοχής και Ταγμάτων Ασφαλείας», Μνήμων 8 (1980-1982), σελ. 193.

2 Βλ., «Οι ταγματασφαλίτες δικαιώνονται», Ελευθεροτυπία, στήλη «Ιός», 26/10-2003.

3 Κάτι που ακόμα «πληρώνουμε» με την καθεστωτική μορφή του σταλινοπατριωτισμού (της «σχολής» Κανέλλη και δεν συμμαζεύεται) και τις πλάτες που αυτός (αλλά συχνά και η άκρα αριστερά) κάνει στον ελληνικό ιμπεριαλισμό.

———————————————————————————————————————————–

Τι έκανες στον πόλεμο, μπαμπά;

 

 

Στο άρθρο «Οι ‘άνθρωποι-σκιές’ του δωσιλογισμού» που δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή στις 4 Νοέμβρη του 2007 διαβάζουμε, μεταξύ άλλων, για την «επιτυχημένη καριέρα» του Ξενοφώντα (φον) Γιοσμά, ενός από τους γνωστότερους ταγματασφαλίτες: «Από την ΕΟΝ του Μεταξά και το ελληνοαλβανικό μέτωπο βρέθηκε, το 1943, στις Αντικομμουνιστικές Ομάδες Ασφαλείας, που υποστηρίχθηκαν από τους Γερμανούς. Η δράση του ως «καπετάν Παρμενίων» ήταν τέτοια που τον ανάγκασε να ακολουθήσει, το 1944, τους Γερμανούς με την υποχώρηση. Τρία χρόνια έζησε με πολλούς άλλους δωσίλογους στη Γερμανία, ενώ από το 1945 είχε καταδικαστεί στην Ελλάδα ερήμην σε θάνατο. Το 1947 επιστρέφει στην Ελλάδα. Όχι μόνο δεν εκτελείται αλλά και σύντομα αποφυλακίζεται. Το 1950, με το σχετικό διάταγμα του βασιλιά Παύλου, του απονέμεται χάρη και η ποινή του μετατρέπεται σε 20ετή κάθειρξη. Ωστόσο, τρία χρόνια μετά αποφυλακίζεται και μέχρι το 1961 είναι πρόεδρος σχολικής εφορείας στην Άνω Τούμπα Θεσσαλονίκης!». Στη συνέχεια, ο κύριος Γιοσμάς ίδρυσε τον Σύνδεσμο Αγωνιστών και Θυμάτων Εθνικής Αντίστασης, όπου θα μαζεύονται διάφορα «καλά παιδιά» από τα παλιά, αλλά και νέοι ακροδεξιοί όπως ο περίφημος από τη δολοφονία του Λαμπράκη, Κοτζαμάνης. Μετά τη δολοφονία Λαμπράκη, μάλιστα, συνέλαβαν τον Γιοσμά με την κατηγορία της «διατάραξης κοινής ειρήνης». Σαν να λέμε τού έκαναν τα μούτρα κρέας…


Αρέσει σε %d bloggers: