σχιζό metropolitans #3 – Ο ατομισμός θα (ξανα) νικήσει!

Ο καθένας μόνος του και για την πάρτη του. Είτε για να «ανέβει» και να βγάλει από πάνω του τη σκουριά της εργατικής τάξης (όπως συνέβη τη «μαγική» και τόσο κανιβαλική δεκαετία του ’90), είτε για να επιβιώσει στα χρόνια της ύφεσης. Έτσι, λοιπόν. Από τα προτάγματα του ΚΛΙΚ (Βυζιά-λεφτά και κώλοι) περάσαμε στην εποχή της κρίσης όπου «η τσιγκουνιά είναι μαγκιά» και όπου η «γενιά των 592 ευρώ» γίνεται σίριαλ. Σαν να λέμε άλλαξε ο ατομισμός και έβαλε τα ρούχα του αλλιώς. Μόνο που τώρα που η κατάσταση ζορίζει, η βαρβαρότητα θα εκφράζεται «όλο και πιο ελεύθερα».

 

Ας μην έχει, λοιπόν, κανείς αυταπάτες ότι ο καπιταλισμός θα καταρρεύσει από μόνος του. Υπάρχει λόγος; Μια χαρά πάνε τα πράγματα. Το πείραμα πετυχαίνει και ο βαθμός προσαρμοστικότητας της συντριπτικής πλειοψηφίας είναι αξιόλογος. Θα τα καταφέρει∙ θα μάθει να ζει με 500 ευρώ και να αναπολεί εκείνα τα 650 που έπαιρνε πριν από τρία τέσσερα χρόνια (πόσα πράγματα θα μπορούσε, αλήθεια, να κάνει κανείς με 150 επιπλέον ευρώ!). Θα είναι όλα ok.. Ακόμα κι όταν ψάχνει για δουλειά και βλέπει αγγελίες που ζητάνε «κάτοχο Ι.Χ και laptop» για υπάλληλο γραφείου. Κι όταν κάθε Κυριακή διαβάζει στο «Κ» της Καθημερινής προτεινόμενες λύσεις για όσους δεν θέλουν να πιαστούν «κορόιδα» στα χρόνια της κρίσης (να πάμε στην επαρχία και να γίνουμε αγρότες ή να φύγουμε στο εξωτερικό όπου τα πτυχιάκια αναγνωρίζονται). Το πολύ πολύ να νευριάζει και να κλαίγεται∙ εν αλλάξ και ταυτόχρονα. Μπορεί επίσης να ανακαλύψει νέα επίπεδα φόβου, να τρέμει μήπως απολυθεί, μήπως δεν βρει άμεσα δουλειά, μήπως αρρωστήσει και παρακαλάει για κανένα ράντζο στο διάδρομο του νοσοκομείου, μήπως πάθει κατάθλιψη. Το πιο πιθανό, βέβαια, είναι να κλειστεί κι άλλο στον εαυτό της, να βλέπει παντού εχθρούς και ανταγωνιστές, να κάνει τα πάντα για να επιβιώσει (θα δουλέψει «μαύρα», ίσως και να αναζητήσει καμιά «καλή ευκαιρία» σε κάποιους από τους τόσους τομείς της ραγδαία αναπτυσσόμενης βιομηχανίας του οργανωμένου εγκλήματος). Σε κάθε περίπτωση πάντως, θα είναι καθημερινά στις επάλξεις, παρόλο που θα αρνείται πεισματικά ότι οι συνθήκες είναι εμπόλεμες∙ θα δέχεται κάθε νέα υποτίμηση της εργασίας και της ζωής, αλλά θα είναι πεπεισμένη ότι έτσι θα την κουτσοβγάλει και κάποια στιγμή όλα θα περάσουν.

 

Τίποτε, όμως, δεν θα περάσει (όχι τουλάχιστον χωρίς να αφήσει τα ίχνη του). Γιατί κάθε κρίση είναι το αποτέλεσμα μιας ολόκληρης διαδικασίας που προηγήθηκε∙ μιας κοινωνικής συνθήκης που χτίστηκε βήμα βήμα και δεν προέκυψε από το πουθενά. Γι’ αυτό το ζήτημα δεν είναι «να περιορίσουμε λίγο τη ξέφρενη ζωή και να κοιτάξουμε να συμμαζευτούμε, χωρίς να ζητάμε πολλά πολλά» (γενικά κι αφηρημένα). Το στοίχημα δεν είναι να είμαστε καλά παιδιά και να ελπίζουμε πως ο Άγιος Βασίλης θα μας φέρει δώρο τα Χριστούγεννα. Πολύ απλά γιατί αυτό που συμβαίνει σήμερα πατάει πάνω στις «σίγουρες βάσεις» του χθες. Πατάει πάνω στη συστηματική και πολύχρονη άρνηση της εργατικής τάξης να αναλάβει τις ευθύνες της∙ να μιλήσει για τα συμφέροντά της και να τα διεκδικήσει∙ να είναι σε θέση να κατανοήσει ότι μόνο αυτή (όταν και αν οργανωθεί με όρους ταξικού ανταγωνισμού) μπορεί να παίξει καθοριστικό ρόλο για την έκβαση του καπιταλιστικού παιχνιδιού. Όσο κάτι τέτοιο φαντάζει μακρινό, το λόγο θα έχουν οι «από πάνω» και οι φίλοι τους1. Αυτοί θα ορίζουν τι είναι κρίση και τι δεν είναι, αυτοί θα μεταβιβάζουν τα (πολύ υπαρκτά) προβλήματα της καπιταλιστικής μηχανής στον «αδύναμο παίκτη» και οι «από κάτω» θα αναρωτιούνται μονίμως «τι έγινε, ρε παιδιά;».

1 Ο δημοσιογράφος κύριος Παπαδημητρίου δίνει πραγματικό αγώνα δρόμου τόσο από την Καθημερινή όσο και από τον ΣΚΑΪ για να μας πείσει ότι «για τα πολλά επόμενα χρόνια οι μισθοί μας θα μειώνονται, ώσπου να ανακτήσουμε το απολεσθέν έδαφος ανταγωνιστικότητας». Καθημερινή, 30/09/2010.

————————————————————————————————————————————-

Μια ΓΣΕΕ δεν «φέρνει την άνοιξη»…

 

 

«Τώρα θα πολεμήσωμεν διά τα ιδικά μας συμφέροντα. Διά τα συμφέροντα της τάξεώς μας. (…) Τίποτε μη σας φοβίζει. Τίποτε μη σας αποθαρρύνει. Στη δύναμή μας, στη δύναμη την οικονομική και πολιτική της τάξεώς μας σ’αυτήν θα βασισθούμε. Μ’αυτήν θα νικήσουμε»1.

 

 

 

Τώρα που η ΓΣΕΕ αποφάσισε να σφυρίξει τη λήξη της «επαναστατικής» της δράσης, φανταζόμαστε ότι όλο και περισσότερο ο «δίκαιος θυμός» θα μετατρέπεται σε κλάψα. Τι να σου κάνει, όμως, και ο κύριος Παναγόπουλος; Κάθε «αγωνιστής» έχει δικαίωμα στη σχόλη, ειδικά αν προηγουμένωε έχει κάνει το «καθήκον» του (και με το παραπάνω μάλιστα): «Έχουμε κάνει τόσες πολλές απεργίες, παρόλ’ αυτά οι σκληρές πολιτικές, αυτές που προβλέπονται στο Μνημόνιο Ε.Ε.-ΔΝΤ, έχουν εφαρμοστεί και δεν υπάρχουν προφανείς εναλλακτικές λύσεις»2. Έτσι είναι∙ «δεν υπάρχουν προφανείς εναλλακτικές λύσεις». Γιατί οι λύσεις που έχουν την αξίωση να είναι απειλητικές δεν εμφανίζονται από το πουθενά. Απαιτούν συστηματική προσπάθεια και καθημερινή δέσμευση. Απαιτούν κάτι περισσότερο από συναισθηματικές αντιδράσεις και λεκτικές υπερβολές. Απαιτούν συνειδητοποίηση ότι εδώ διακυβεύονται πολλά∙ ότι η κινηματική δράση δεν είναι χόμπυ για αργόσχολους ούτε θεωρητική αναζήτηση για ιδεαλιστές. Γιατί με άλλα λόγια, πραγματικές λύσεις μπορεί να αναζητήσει μόνο εκείνος που αντιλαμβάνεται ότι όντως υπάρχει πρόβλημα∙ ότι πίσω από τις περικοπές, την αύξηση της φορολογίας και την εκ νέου «ρύθμιση» των εργασιακών σχέσεων δεν κρύβεται κάποιος παλαβός που «θέλει το κακό μας» ούτε οι άσπλαχνοι Ευρωπαίοι ούτε ο χαζούλης, «κατοχικός» πρωθυπουργός. Πίσω από την οργανωμένη επίθεση του κεφαλαίου βρίσκεται η αδυναμία του να κάνει την καπιταλιστική μηχανή να ρολάρει∙ η δυσκολία του να αξιοποιήσει την ανθρώπινη εργασία με όρους που θα παράξουν το μέγιστο δυνατό κέρδος. Κι αυτό το ξέρουν καλά τα αφεντικά όπως πολύ καλά ξέρουν ότι η επίθεση είναι η καλύτερη άμυνα, γι΄αυτό και μετατρέπουν την κρίση τους σε κρίση της εργασίας. Όχι για να βγάλουν οριστικά από τη μέση την εργατική τάξη (και να ήθελαν δεν θα μπορούσαν, αφού την έχουν ανάγκη), αλλά για να την κάνουν να πληρώσει αυτή το λογαριασμό. Κι αν όπως όλα δείχνουν «τα πάει καλά» κι αυτή τη φορά, την επόμενη όχι μόνο θα πληρώσει το λογαριασμό, αλλά θα πλύνει και τα πιάτα…

1 Κι όμως, υπήρξε εποχή που η ΓΣΕΕ δεν είχε τη γνωστή και σάπια σημερινή της μορφή. Το μακρινό 1923, όταν το ελληνικό κράτος έπαιρνε ρεβάνς για τη συντριβή στη Μικρά Ασία οργανώνοντας την εκμετάλλευση των προλετάριων (ντόπιων και προσφύγων) με τους πιο βάρβαρους (και άρα καπιταλιστικά επωφελείς) όρους μπορούσε να μοιράζει προκηρύξεις που καλούσαν τους εργάτες να πολεμήσουν για τα δικά τους συμφέροντα. Τότε που δεν ήταν και λίγοι εκείνοι οι εργάτες που ήξεραν ότι «είναι εργάτες» και ότι τα συμφέροντά τους είναι ανταγωνιστικά με αυτά των αφεντικών και του κράτους.

2 Ελευθεροτυπία, 24/09/2010.


Αρέσει σε %d bloggers: