σχιζό metropolitans #5 – «Παράνομοι» μετανάστες με τη βούλα του ελληνικού κράτους

Όπως όλοι οι νόμοι έτσι και οι νόμοι που μιλάνε για τη ρύθμιση των μεταναστών εργατών, των «λαθρομεταναστών» όπως τους αρέσει να τους αποκαλούν, δεν αποσκοπούν στην απαγόρευση με την έννοια της προσπάθειας εξαφάνισης, αλλά στη δημιουργική απαγόρευση, ή αλλιώς στη διαχείριση του αντικειμένου τους μέσα από άλλα κανάλια. Οι νόμοι αυτοί λένε, λοιπόν, πως οι μετανάστες εργάτες «απαγορεύονται». Σημαίνει μήπως αυτό ότι θα εξαφανιστούν; Όχι, βέβαια. Σημαίνει πως ένα μεγάλο κομμάτι τους θα βρεθεί χωρίς χαρτιά, δηλαδή δεν θα μπορεί να κυκλοφορήσει στον δρόμο χωρίς τον φόβο των μπάτσων, δεν θα μπορεί να ταξιδέψει, δεν θα υπάρχει νομικά. Κι αυτό σημαίνει πως θα δεχτεί τις χειρότερες των εργασιών, τους χειρότερους των μισθών, τις χειρότερες των συνθηκών, χωρίς ένσημα, χωρίς τις απολαβές του έμμεσου μισθού (παιδεία, υγεία, σύνταξη, επιδόματα). Το κράτος, φυσικά, το ξέρει καλά αυτό και επιλέγει να προχωρήσει σε παρόμοιες νομοθεσίες. Μας λέει, λοιπόν, (το κράτος) πως ένα κομμάτι της εργατικής τάξης είναι «παράνομο», με ό,τι συνέπειες έχει κάτι τέτοιο τόσο για τους άμεσα ενδιαφερόμενους όσο και για όλους τους υπόλοιπους. Τώρα βέβαια, το ποιοι και πόσοι θα είναι παράνομοι το ίδιο (το κράτος) το ορίζει και το μεταβάλλει.

Κατά συνέπεια, οι μεταναστευτικοί νόμοι δεν είναι νόμοι απαγόρευσης όπως διατείνονται πως είναι∙ είναι όρια που διατρέχουν κάθετα την εργατική τάξη, όρια που φτιάχνει το κράτος χωρίζοντάς την σε δύο μέρη: το νόμιμο και το «παράνομο». Και φυσικά με τις διάφορες ρυθμίσεις και προϋποθέσεις αυτά τα όρια μπορούν να μεταβληθούν αναλόγως των συνθηκών. Σε κάθε περίπτωση πάντως, όσο πιο πολλοί είναι οι παρανομοποιημένοι εργάτες τόσο πιο μεγάλη η υποτίμηση και η απαξίωση της εργατικής τάξης. Κι ας μην ξεχνάμε ότι οι διάφορες ρυθμίσεις περιλαμβάνουν πιστοποιητικά γλωσσομάθειας και ιστορίας (στις εξετάσεις για την απόκτηση των οποίων ο μέσος Έλληνας θα κοβόταν), αποδείξεις σταθερής κατοικίας και φυσικά σύνδεση της άδειας παραμονής με τη συγκέντρωση ενσήμων. Το τελευταίο επεισόδιο της κρίσης έχει οδηγήσει ένα μεγάλο κομμάτι των μεταναστών να μην μπορεί να συλλέξει αυτά τα ένσημα είτε γιατί έχει χάσει τη δουλειά του είτε γιατί τα αφεντικά δεν του βάζουν ένσημα. Μιλάμε για νούμερα της τάξης των εκατοντάδων χιλιάδων που από τον Σεπτέμβριο του ’09 έχουν χάσει τα χαρτιά τους, ενώ μήνα με τον μήνα προστίθενται σε αυτό το νούμερο γύρω στα 30.000 άτομα. Μέσα σε ένα χρόνο πάνω από το 10% των νομίμων μεταναστών της Ελλάδας δεν κατάφερε να φτάσει το όριο της νομιμότητας κι από εκεί έπεσε στο βασίλειο της μαύρης εργασίας, της διαχείρισης από την μαφία και της μπατσικής βίας. Κι αυτό με άλλα λόγια σημαίνει πως όταν κάποιος χάνει τη δουλειά του τίθεται σε απαγόρευση. Πρόκειται για το μοντέλο διαχείρισης της ανεργίας που μας υπόσχονται: ο άνεργος θα κυνηγιέται. Στην αρχή ισχύει για κάποιους μετανάστες «πιλοτικά» και μετά θα πάρει κι άλλους η μπάλα. Από την άλλη, για να είμαστε «δίκαιοι» οφείλουμε να αναφέρουμε το προφανές: θα πρέπει και η κοινωνία να έχει αρκετές αντοχές στον κανιβαλισμό για να εφαρμόζονται μαζικά τέτοιες πολιτικές (και η ελληνική κοινωνία έχει αποδείξει επανειλημμένα πως τις έχει αυτές τις αντοχές)…

Παρόλ’ αυτά, η διαταραχή στην ισορροπία δυνάμεων που έφερε η κρίση επηρέασε και το ποσοστό τον νόμιμων και των παράνομων εργατών. Το κράτος δεν θέλει να απελάσει το σύνολο των μεταναστών εργατών (όχι ότι θα μπορούσε κιόλας), αλλά δεν θέλει και να προχωρήσει σε μαζικές νομιμοποιήσεις. Το κράτος ενδιαφέρεται να υπάρχει ένας επαρκής πληθυσμός παρανομοποιημένων εργατών στη διάθεση των αφεντικών και γι’ αυτό υποδεικνύει παραθυράκια στους μετανάστες που χάνουν τα χαρτιά τους, ώστε να βρεθούν σε μια γκρίζα ζώνη αβεβαιότητας μεταξύ νόμου και «παρανομίας»∙ μεταξύ ύπαρξης και απαγόρευσης. Να γιατί εκδίδονται εγκύκλιοι με τις οποίες καλούνται «οι αλλοδαποί που διαμένουν χρόνια στην Ελλάδα με τις οικογένειές τους (ανήλικα τέκνα που φοιτούν σε ελληνικά σχολεία) και στο παρελθόν έχουν υπάρξει απόλυτα συνεπείς στις υποχρεώσεις τους, αλλά κατά τον χρόνο ανανέωσης της άδειας δεν δύνανται να προσκομίσουν σύμβαση εργασίας (διότι έχουν απολέσει πρόσφατα την εργασία τους), μπορούν να υποβάλουν «αίτηση θεραπείας» στην απορριπτική απόφαση της Περιφέρειας, ώστε να κερδίσουν χρόνο μέχρι να προσκομίσουν νέα σύμβαση εργασίας» (Καθημερινή, 12/02/2011). Ή ακόμα καλούνται και να καταγγείλλουν τα αφεντικά τους που δεν τους κολλάνε ένσημα στο ΙΚΑ, κάτι που είναι προφανώς γελοίο δεδομένων των συνθηκών και της βίαιης διαχείρισης της εργασίας των μεταναστών. Αλλού διαβάζουμε πως «βρίσκονται σε πρώτο στάδιο επεξεργασίας οι ρυθμίσεις που αφορούν την επαναφορά στη νομιμότητα όσων την έχουν χάσει ή κινδυνεύουν να τη χάσουν. Συγχρόνως, η κυβέρνηση προσανατολίζεται σε κατηγοριοποίηση όσων εργάζονται και διαβιούν χρόνια στη χώρα παρανόμως» (Καθημερινή, ό.π). Ούτε λίγο ούτε πολύ, δηλαδή, πέρα από τη βασική κατηγοριοποίηση των μεταναστών σε νόμιμους και «παράνομους» θα διαχωρίζονται επιπλέον σε πειθήνιους και εργατικούς και σε «δυσάρεστους» στα αφεντικά τους. Όπου ο λόγος του ίδιου του αφεντικού θα καθορίζει τη νομιμότητα ή την απαγόρευση, ως φιλανθρωπία ή τιμωρία αντίστοιχα.

Κι όσο για τις αλλαγές που ανακοινώθηκαν πρόσφατα και αφορούσαν τη νομιμοποίηση όσων θα μπορούν να αποδείξουν τη μόνιμη παραμονή τους για πάνω από 8 χρόνια στην Ελλάδα, μας φαίνεται πως είναι πολύ «μέσα στο κλίμα», μιας και συνοδεύονται από ένα κάρο προϋποθέσεις και περιορισμούς. Για να το πούμε αλλιώς, αυτό που ονομάζουν «νομιμοποίηση των μεταναστών» είναι η επικαιροποίηση ενός ορίου μεταξύ νόμιμου και «παράνομου» που αφήνει τους περισσότερους απ’ έξω. Η ουσία, βέβαια, είναι πως ένα μέρος της εργατικής τάξης βρίσκεται στην «παρανομία» με τη βία και ώσπου η εργατική τάξη στο σύνολό της να επιβάλει την οριστική νομιμοποίηση και του τελευταίου μετανάστη, το μέλλον προβλέπεται ζοφερό για όλους μας.


Αρέσει σε %d bloggers: