σχιζό metropolitans #4 – Στο θαυμαστό βασίλειο της εργασίας

Η έκπληξη για τα όσα «μάς βρήκαν έτσι ξαφνικά» (και δεν αναφερόμαστε μόνο στην περίπτωση της Ελλάδας), όπως και η γενική δυσκολία να κατανοήσει κανείς έστω και στο ελάχιστο τη σημερινή κατάσταση αποκαλύπτουν πολλά και για πολλούς. Αποκαλύπτουν το τεράστιο κενό, την αχανή αυτή έρημο των προηγούμενων δύο (τουλάχιστον) δεκαετιών που με κανέναν τρόπο δεν μπορεί πλέον να κρυφτεί. Ήταν τότε που η ταξική ανάλυση χλευάστηκε ως αναχρονιστική και ξεπερασμένη∙ τότε που οι δεξιοί είχαν βρεί την «αποκάλυψη» στο «τέλος της ιστορίας» και οι αριστεροί μάσαγαν τα λόγια τους μην μπορώντας στην ουσία να πούνε ούτε μια κουβέντα που να βγάζει νόημα∙ τότε που άλλοι θαμπώθηκαν από τα φώτα της «παγκοσμιοποίησης» και άλλοι από τις φωτιές της «αντιπαγκοσμιοποίησης»∙ τότε που η «κοινωνία των πολιτών» έγινε πρώτο όνομα στη μαρκίζα, με την ταξική κοινωνία να αποτελεί (στην καλύτερη) μια ξεχασμένη έννοια από τα παλιά. Αυτό το λαμπερό τίποτα που χτίστηκε με μεγάλη επιμονή και επιμέλεια είναι που σήμερα σκάει σα φούσκα και μας πετάει στα μούτρα τη βαρβαρότητα, που αν και τόσα χρόνια κέρδιζε έδαφος δεν γινόταν αντιληπτή ως τέτοια. Κανένα, λοιπόν, «ποιοτικό άλμα» δεν πραγματοποιούν τα αφεντικά, κανένας αιφνιδιασμός δεν (θα έπρεπε να) εντοπίζεται πίσω από τη συστηματική υποτίμηση της εργασίας και της ζωής που οργανώνουν τα δυτικά κράτη για τους υπηκόους τους. Τις διαθέσεις τους τις είχαν φανερώσει από καιρό. Το ότι, βέβαια, σχεδόν κανείς δεν ήταν σε θέση να τις ερμηνεύσει και να τους αποδώσει τις πραγματικές τους διαστάσεις είναι άλλη ιστορία…

1. Τα καταναγκαστικά έργα και πάλι στη μόδα;

Αυτό που προσπαθούμε να πούμε εδώ είναι ότι τα αφεντικά και τα «αναπτυγμένα» δυτικά κράτη έχουν πίσω τους μια σειρά από φασίζουσες πολιτικές που ακολούθησαν τις προηγούμενες δεκαετίες. Πολιτικές, οι οποίες συχνά πέρναγαν «στο ντούκου» ή ακόμα και χαιρετίζονταν ως βήμα «προς τα μπροστά» (δεν είναι και λίγοι εκείνοι που στις νέες συνθήκες εργασίας που επιβλήθηκαν από το ’90 και μετά [ευελιξία, τηλεεργασία, κ.ά] είδαν μια δυνατότητα «απελευθέρωσης» από τα δεσμά της παλαιού τύπου μισθωτής σκλαβιάς, φτάνοντας μάλιστα στο σημείο να αναζητούν το «επαναστατικό υποκείμενο» στους εργαζόμενους σε «προχώ» τομείς υψηλής τεχνολογίας όπως η πληροφορική, οι οποίοι θα μπορούσαν τάχα να επωφεληθούν από τις δεξιότητές τους και να χρησιμοποιήσουν τα νέα δίκτυα με «επαναστατικό» τρόπο.

Όποιος, με άλλα λόγια, το ’90 ήταν απασχολημένος με την «πληροφοριακή επανάσταση» και καλόβλεπε τα καθρεφτάκια που μοίραζε δεξιά και αριστερά ο καπιταλισμός και οι απολογητές του, μάλλον δεν είχε χρόνο να σκεφτεί τι συνέπειες μπορεί να έχει το γεγονός ότι μεταξύ 1990 και 1994 χάθηκαν στην Ευρώπη 10 εκατομμύρια θέσεις εργασίας. Το πολύ πολύ να ταυτιζόταν με απόψεις που, όπως εκείνες του Rifkin, «έκαναν καριέρα» στα μέσα της δεκαετίας του ’90: «Τώρα, για πρώτη φορά, η ανθρώπινη εργασία εξαλείφεται συστηματικά από τη διαδικασία της παραγωγής. Μέσα σε λιγότερο από έναν αιώνα, η «μαζική» εργασία στον τομέα της αγοράς πρόκειται κατά πάσα πιθανότητα να εκλείψει σε όλα σχεδόν τα βιομηχανοποιημένα έθνη του κόσμου. Μια νέα γενεά υπερσύγχρονων τεχνολογιών πληροφοριών κι επικοινωνίας επεκτείνεται σε ένα ευρύ φάσμα καταστάσεων εργασίας. Έξυπνες μηχανές αντικαθιστούν ανθρώπους στην εκτέλεση αμέτρητων καθηκόντων, αναγκάζοντας εκατομμύρια υπαλλήλους κι εργάτες να συνωστίζονται στα ταμεία ανεργίας ή, ακόμα χειρότερα, σε ουρές συσιτίων»1. Απόψεις που παρουσίαζαν την είσοδο της τεχνολογίας στην παραγωγική διαδικασία ως κάτι «ουδέτερο» και όχι ως επιθετική κίνηση των αφεντικών για να τσακίσουν τις εργατικές αντιστάσεις∙ απόψεις που μίλαγαν για αντικατάσταση των εργατών από μηχανές, χωρίς να εξηγούν από πού θα βγαίνει στο εξής η υπεραξία. Κι όλη αυτή η φιλολογία δεν σταμάταγε εδώ. Επεκτεινόταν και στο «τι να κάνουμε;»∙ στο τι πρέπει να γίνει με όλους αυτούς που θα «συνωστίζονται στα ταμεία ανεργίας ή, ακόμα χειρότερα, σε ουρές συσιτίων». Ας δούμε τι λέει επ’ αυτού ο κύριος Rifkin, αναφερόμενος στην αμερικανική κοινωνία: «Ο τρίτος τομέας, γνωστός, επίσης ως ανεξάρτητος ή εθελοντικός, είναι ο χώρος όπου οι ρυθμίσεις που βασίζονται στην καλή πίστη παραδίδονται στους κοινοτικούς δεσμούς και όπου η διάθεση του χρόνου ενός ανθρώπου σε άλλους υποκαθιστά τις τεχνητά επιβαλλόμενες σχέσεις της αγοράς, οι οποίες βασίζονται στην πώληση του χρόνου και των υπηρεσιών μας», «οι κοινοτικές δραστηριότητες καλύπτουν όλο το φάσμα, από τις κοινωνικές υπηρεσίες μέχρι την φροντίδα για την υγεία, την παιδεία και τις έρευνες, τις καλές τέχνες, τη θρησκεία και την παροχή νομικής υποστήριξης»2. Ιδού, λοιπόν∙ άμισθη εργασία, όχι τίποτε άλλο, για να έχουν και οι άνεργοι με τι να σκοτώνουν την ώρα τους. Αυτά, βέβαια, το 1995.

«Εκείνοι που έπαιρναν επιδόματα για μεγάλο διάστημα να δώσουν κάτι σε αντάλλαγμα»3

Γιατί τώρα, εν έτει 2010, δεν μπορεί∙ όλο και κάτι θα έχει αλλάξει. Η άμισθη εργασία, λοιπόν, δεν πλασάρεται με τη χρυσόσκονη της «προσφοράς» και του «εθελοντισμού», αλλά περιβάλλεται από την ωμότητα που αρμόζει σε μια εποχή ανόδου του ολοκληρωτισμού. Και για του λόγου το αληθές ας ρίξουμε μια ματιά στις πρόσφατες προτάσεις που έκαναν στελέχη της βρετανικής κυβέρνησης και αφορούσαν την προοπτική της καταναγκαστικής εργασίας. Προτάσεις, οι οποίες έρχονται να ολοκληρώσουν το παζλ που σχηματιζόταν κομμάτι κομμάτι όλη την προηγούμενη περίοδο. Πιο συγκεκριμένα, στο πλαίσιο των μεταρρυθμίσεων που προωθούνται στον τομέα της κοινωνικής ασφάλισης και της πρόνοιας στην Αγγλία, κάποιοι υπουργοί έκριναν ότι είναι η κατάλληλη στιγμή και έριξαν στο τραπέζι την «ιδέα» να προσφέρουν οι μακροχρόνια άνεργοι κάποιου είδους απλήρωτη εργασία, μπας και αρχίσουν, δηλαδή, να «ξεπληρώνουν» αυτά που τόσα χρόνια «έφαγαν». Και για όσους αναρωτιούνται ποιο σκεπτικό είχαν οι κύριο υπουργοί, ο λόγος στους ίδιους: πρέπει «να ωθήσουμε τους ανθρώπους αυτούς να δουλέψουν δύο ή τρεις εβδομάδες σε χειρωνακτικές εργασίες… για να αποκτησούν εικόνα του τι είναι δουλειά»4. Εν μέσω παγκόσμιας καπιταλιστικής κρίσης και επέλασης του φασισμού κάποιοι αναλαμβάνουν να ορίσουν τι θα είναι δουλειά για ένα αρκετά μεγάλο τμήμα του πληθυσμού. Και δουλειά θα είναι τα καταναγκαστικά έργα. Εκεί όπου ο πάτος της ταξικής πυραμίδας θα γνωρίσει νέες «συγκινήσεις»…

Μας φαίνεται ότι υπάρχει κάτι που έχει ιδιάιτερη αξία στην πολεμική ρητορική εναντίον των «νέων εχθρών», των ανέργων, κι αυτό δεν είναι άλλο από τη σύνδεση που επιχειρείται μεταξύ υποχρεωτικής εργασίας και επιδομάτων. Η εν λόγω σύνδεση δεν αφήνει και πολλά περιθώρια περερμηνειών, μιας και ανοίγει το δρόμο για τη στρατιωτικού τύπου διαχείριση όσων «ξεβράζονται» και δεν καταφέρνουν να πουλήσουν την εργατική τους δύναμη. Σαν να λέμε, για να έχει κανείς τα φόντα να διεκδικήσει ένα κρατικό επίδομα, θα πρέπει να αποδεικνύει έμπρακτα ότι είναι διατεθειμένος να κάνει και να υποστεί σχεδόν τα πάντα. Πόσο πιο απλά και κατανοητά να δείξουν οι «ειδικοί» πως οι κρατικές παροχές δεν αποτελούν «κατακτήσεις» και «νίκες» των «από κάτω», αλλά μέσα ελέγχου και επιβολής που χρησιμοποιούν οι «από πάνω» εις βάρος της εργατικής τάξης; Πόσο πιο ξεκάθαρα να ειπωθεί ότι το κράτος δεν μοιράζει δώρα, αλλά αντίθετα αναζητά τις πιο «συμφέρουσες» κάθε φορά μεθόδους για να συνεχίσει ο καπιταλισμός να αλέθει;

Και για να επιστρέψουμε, όμως, στα καθ’ ημάς, ας δούμε τι ισχύει λίγο πολύ εδώ. Ένα μεγάλο τμήμα της εργατικής τάξης στην Ελλάδα, οι μετανάστες, δουλεύει σε καθεστώς παρανομίας, υπό τον έλεγχο των μπάτσων και των μαφιών. Ένα άλλο τμήμα της βρίσκεται στον κόσμο της μαύρης ή της ελαστικής εργασίας και ένα άλλο μεγάλο μέρος βρίσκεται σε καθεστώς ανεργίας. Βέβαια, οι καταστάσεις της εργασίας και της ανεργίας δεν είναι καταστάσεις στατικές. Και είναι μέσα σε αυτό το τοπίο που το κράτος και τα αφεντικά επεξεργάζονται διάφορα σχέδια για την καταπολέμηση, όπως υποστηρίζουν, της ανεργίας.

Όλα αυτά που εξασφάλιζαν ένα επίπεδο διαβίωσης στην εργατική τάξη παίρνονται πίσω, οι μισθοί κόβονται, τα ένσημα σε λίγο καιρό θα τα βλέπουμε σε φωτογραφία και το αν θα πάρουμε ποτέ σύνταξη έχει καταλήξει σύντομο ανέκδοτο. Η συστηματική αυτή καταστροφή των δημοσίων συστημάτων πρόνοιας αποτελεί καθοριστικό παράγοντα υποτίμησης της εργατικής δύναμης, γίνεται οργανωμένα και με σχέδιο, «διότι πρόκειται για ένα σχέδιο που αφορά την οργανωμένη μετάβαση προς βίαιες και στρατιωτικές μορφές πειθάρχησης των εργατών και των ανέργων, τη στροφή προς την ποινικοποίηση έως και την εξόντωση όσων «περισσεύουν» στην αγορά εργασίας και τέλος στην επικύρωση του νέου κατασταλτικού ρόλου του κράτους»5. Με άλλα λόγια, η ενασχόληση του κράτους με την αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης έχει στον πυρήνα της νέους μηχανισμούς ελέγχου, διαίρεσης και επιτήρησης με σκοπό τον περαιτέρω κατακερματισμό της εργατικής τάξης.

Το περίφημο «νοικοκύρεμα» των οικονομικών του κράτους σαν ένα μέτρο εξόδου από την κρίση έχει πολλές παραμέτρους. Σε σύσκεψη με τους κοινωνικούς εταίρους, ο Γ. Παπανδρέου δήλωσε: «Προχωράμε σε αναμόρφωση ολόκληρου του προνοιακού συστήματος στη χώρα που είναι γραφειοκρατικό και αναποτελεσματικό. Κάνουμε καταγραφή όλων των επιδομάτων με διασταύρωση των πληροφοριών για όλα»6. Χώρις να θέλουμε να υπερασπιστούμε τα «κεκτημένα» του παρελθόντος, οφείλουμε να κατανοήσουμε τι λέγεται πίσω από αυτές τις γραμμές. Τέρμα, λοιπόν, τα επιδόματα για τους τεμπέληδες, τέρμα τα επιδόματα ανεργίας που πηγαίνουν σε αυτούς που κωλοβαράνε και δεν ψάχνουν για δουλειά. Η στροφή από την επιδότηση της ανεργίας στην επιδότηση της εργασίας είναι αυτό που προωθούν το κράτος και τα αφεντικά. Μπροστά μας, λοιπόν, δεν έχουμε την εξαφάνιση της πρόνοιας, αλλά την πρόνοια ως ένα συμπλέγμα διαίρεσης και ιεράρχησης του ποιοι αξίζουν να επιδοτούνται και ποιοι όχι∙ την πρόνοια μέσα από αυστηρές διαδικασίες καταγραφής των ανέργων, των απόρων, των ανίκανων για εργασία ή αλλιώς τους κρατικούς σχεδιασμούς που θα υποχρεώνουν τον άνεργο να δεχτεί οποιαδήποτε δουλειά του προσφερθεί, ανεξαρτήτως συνθηκών, ωραρίου και αμοιβής. Και έχει συνέχεια ο κατάλογος… Αναφέρουμε ενδεικτικά την πρόταση για την εφαρμογή του μοντέλου «oneeuro job» που αφορά κυρίως απόρους και μακροχρόνια άνεργους, στους οποίους θα δίνεται η δυνατότητα να δουλεύουν σε δήμους με ένα ευρώ την ώρα (αλλά μέχρι 30 ώρες τον μήνα), δίχως να χάνουν το επίδομα πρόνοιας. Αυτή είναι η «επίσημη» οπτική. Γιατί εκείνο που καταλαβαίνουμε εμείς είναι ότι δεν πρόκειται παρά για μια διαδικασία πειθάρχησης και ελέγχου των ανέργων μέσα από τη θεσμοθέτηση της καταναγκαστικής εργασίας για όσους παίρνουν τα κρατικά επιδόματα.

 

2. Οι ΜΚΟ στην εμπροσθοφυλακή

«Οι αποστερημένοι από τη γη τους χωρικοί και οι κατεστραμμένοι τεχνίτες πύκνωσαν τις ήδη πολυάριθμες τάξεις των ζητιάνων και των αλητών. Τα μέτρα που υιοθετήθηκαν από το κράτος ήταν πολύ σκληρά: Οι σωματικά άρτιοι αλήτες μαστιγώνονταν ή καυτηριάζονταν στο μάγουλο με πυρωμένο σίδερο. Η κατ’εξακολούθηση επαιτεία τιμωρείτο με εκτέλεση. Ταυτόχρονα, επιβάλλονταν δια νόμου τα μέγιστα όρια αμοιβών που μπορούσαν να καταβληθούν σε εργάτες. Οι αυστηρές ποινές κατά της αλητείας και οι νόμοι που επέβαλλαν τις μέγιστες αμοιβές, αποτελούσαν προσπάθεια των κυβερνήσεων της εποχής να μετατρέψουν εκείνα τα υποβαθμισμένα κοινωνικά στοιχεία σε μια πειθαρχημένη, υπάκουη τάξη μισθωτών εργατών, οι οποίοι έναντι μιας εξευτελιστικής αμοιβής, θα πρόσφεραν την εργασία τους στο νεαρό και αναπτυσσόμενο καπιταλισμό»7.

 

Στο ίδιο μοτίβο πειθάρχησης και ελέγχου της εργατικής τάξης θα πρέπει να συμπεριλάβουμε και τις Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις που σε συνεργασία με το κράτος προωθούν ανάλογα σχέδια. Και δεν αναφερόμαστε εδώ μόνο στο γεγονός ότι οι ΜΚΟ αναλαμβάνουν δράση και υποκαθιστούν δραστηριότητες που άλλοτε ήταν στην υποχρέωση του εκάστοτε κράτους. Όπως είπαμε και παραπάνω, στα μέσα της δεκαετίας του ’90 διάφοροι, θέλοντας να μιλήσουν για την ανεργία ως αποτέλεσμα της τεχνολογικής ανάπτυξης, πρότειναν σαν όπλο καταπολέμησης της ανεργίας την εθελοντική εργασία. Ο προβληματισμός τους ότι οι άνεργοι θα βαριούνται, οπότε κάπως πρέπει να αξιοποιήσουν τον χρόνο τους και καλό θα ήταν π.χ. να φυτεύουν δεντράκια, ακούγεται τουλάχιστον αστείος. Η ανησυχία τους, όμως, ήταν μία˙ τι θα κάνουν τόσοι άνεργοι. Θα γίνουν οι παρίες των πόλεων δημιουργώντας προβλήματα; Κάποιοι θα περάσουν άραγε στην «άλλη όχθη», στο παράνομο κεφάλαιο; Θα τους περιμένει η ποινικοποίηση, η τιμωρία, η φυλάκιση;

Προτού κάποιος σκεφτεί «μα, τι ανοησίες έλεγαν οι τύποι», θα πρέπει πλέον να εξετάσει με άλλο μάτι τέτοιες ιδέες. Κι αυτό γιατί στην περίπτωση της καταναγκαστικής εργασίας οι ΜΚΟ έχουν να προσφέρουν πολλά. «Στο διάστημα 2006-2007 το κράτος υπό τον τίτλο ενός σχεδίου δράσης που λεγόταν «Ενίσχυση της απασχόλησης με τη συμμετοχή των ΜΚΟ» τους μοίρασε απλόχερα 40 εκ. ευρώ με την προϋπόθεση οι οργανώσεις αυτές να απασχολήσουν για ένα χρόνο ανέργους»8. Επομένως, για να το πάμε και λίγο παρακάτω, σε διάφορους τομείς μπορεί να περικόπτονται θέσεις μισθωτής εργασίας (ή να μην προσλαμβάνονται όσοι χρειάζονται), μόνο και μόνο για να ξαναεμφανιστούν ως θέσεις άμισθης, κατά βάση, εργασίας στον «εθελοντικό» τομέα. Και για να δώσουμε ένα παράδειγμα, μπορεί να απολύονται νοσηλευτές σε ένα νοσοκομείο, χωρίς όμως να κλείνει το ίδιο, αφού θα αντικαθίστανται από τους καταναγκαστικά εργαζόμενους.

Δεν μας φτάνουν, λοιπόν, τα κυβερνητικά στελέχη που «αγωνιούν» για το μέλλον της εργασίας, έχουμε και τις ΜΚΟ που πλειοδοτούν σε «ευαισθησία» και «ανησυχία». Και για να γίνουμε πιο συγκεκριμένοι, η περίπτωση της ΜΚΟ Κλίμακα που ασχολείται εδώ και καιρό με το ζήτημα των αστέγων9 είναι, νομίζουμε, χαρακτηριστική. Τον περασμένο Σεπτέμβρη, τα στελέχη της εν λόγω οργάνωσης συμμετείχαν στο 5ο Ετήσιο Ευρωπαϊκό Ερευνητικό Συνέδριο για την Έλλειψη Στέγης, με τίτλο «Κατανοώντας την Έλλειψη Στέγης και τον Αποκλεισμό από την Κατοικία στο νέο ευρωπαϊκό πλαίσιο». Εκεί, οι επικεφαλής της ΜΚΟ κατέθεσαν τις απόψεις τους για την κατάσταση στην Ελλάδα («υπενθυμίζοντας», μεταξύ άλλων, ότι προς το παρόν «2 εκατομμύρια άτομα βρίσκονται εκτός παραγωγικής διαδικασίας, ενώ σε πέντε χρόνια εκτιμάται ότι ο αριθμός αυτός θα φτάσει τα 3 εκατομμύρια»10) και δεν παρέλειψαν να δείξουν προς τη «σωστή» κατεύθυνση: πρόληψη και ξανά πρόληψη. Ας μην ξεχνάμε, άλλωστε, πως «οι προληπτικές πολιτικές δεν είναι μόνο πιο αποτελεσματικές, αλλά και λιγότερο δαπανηρές». Ορίστε ένας political correct τρόπος να εξυμνήσει κανείς την επιτήρηση και τον έλεγχο, δηλώνοντας ταυτόχρονα «παρόν» και διαθέσιμος για την οργάνωση των απαραίτητων μηχανισμών που θα φέρουν σε πέρας τις «λιγότερο δαπανηρές» αυτές πολιτικές. Γιατί η Κλίμακα, όπως και διάφορες άλλες ΜΚΟ, «κοιτάζει το μέλλον με αισιοδοξία» και διεκδικεί χώρο σε μια επικερδή «βιομηχανία» που βλέπει να αναπτύσσεται με γοργούς ρυθμούς.

Για άλλη μια φορά στόχος είναι η πρόληψη ή αλλιώς η καταγραφή των όσων με τον έναν ή τον άλλο τρόπο «μένουν εκτός», η αξιολόγηση της ατομικής τους κατάστασης και του πόσο ικανοί είναι να κάνουν «κάτι χρήσιμο» και φυσικά η συνεργασία με τις κρατικές δομές που θα κληθούν να «χειριστούν» το «πλεονάζον» εργατικό δυναμικό σε μαζική κλίμακα. Σε κάθε περίπτωση πάντως, τόσο οι σημερινοί όσο και οι μελλοντικοί άστεγοι μπορούν να είναι σίγουροι ότι η ενασχόληση των ΜΚΟ με το πώς πρέπει να αντιμετωπίζονται τα «προβλήματα» εγγυάται ότι οι κλωτσιές που τρώνε από τους μπάτσους όχι μόνο θα συνεχιστούν και θα αυξηθούν, αλλά θα πάνε πακέτο με το φακέλωμα, πιθανώς και με τους υποχρεωτικούς εμβολιασμούς ή τον εγκλεισμό τους σε άσυλα και φυλακές.

Παρόλ’ αυτά, η καθημερινή υποτίμηση των εργατών και οι ανοιχτά φασιστικές πολιτικές που κάνουν όλο και πιο αισθητή την παρουσία τους στις δυτικές μητροπόλεις, εγκαινιάζοντας νέες κοινωνικές σχέσεις, δεν συνεπάγονται αυτόματα την ταξική συνειδητοποίηση. Αντίθετα, όπως όλα δείχνουν, οι πιθανότητες επιδείνωσης των συσχετισμών δύναμης εις βάρος της χιλιοκομματιασμένης και ζαλισμένης από τις κατακεφαλιές εργατικής τάξης είναι τεράστιες (μέχρις αποδείξεως του εναντίου…). Γνωρίζουμε ότι η πρόνοια, η ασφάλιση, τα εργατικά δικαιώματα παραμένουν άγνωστες λέξεις για μεγάλο κομμάτι της εργατικής τάξης, και ότι πολλά από αυτά που χρόνια τώρα δοκιμάζονται στις πλάτες των μεταναστών εργατών θα δοκιμαστούν και στις πλάτες πολλών περισσότερων ντόπιων εργατών. Δεν παραβλέπουμε, όμως, πως υπάρχουν και όλοι αυτοί που ενώ καταλάβαιναν πολύ καλά τι γινόταν ένιωθαν μόνοι, ανοργάνωτοι ή θεωρούσαν πως όλα είναι «μάταια». Αυτοί που μέσα στην κοινωνική έρημο της ταξικής ήττας και ησυχίας στην Ελλάδα προσπαθούσαν μεν να κρατήσουν μια αξιοπρεπή ατομική στάση, δεν έβλεπαν δε κάποια διέξοδο. Κάποιοι, τώρα που ο κόμπος φτάνει στο χτένι, πιθανώς να αντιλαμβάνονται πως αν δεν γίνει κάτι τώρα, αύριο θα είναι πλέον αργά. Για τον ίδιο ακριβώς λόγο που σήμερα είναι αργά γιατί δεν έγινε κάτι χτες.

Χαιρόμαστε που είσαι εδώ. Θα έχουμε άλλον έναν για να μοιράζει προκηρύξεις11

Θα σου πω. Είναι ωραία ιστορία, γιατί εκείνον τον καιρό αρχίσαμε να οργανωνόμαστε. Φτιάξαμε τα Συμβούλια Ανέργων. Ήταν οργανώσεις που φτιάχτηκαν από αυθόρμητους ανθρώπους και θέλω να σου πω γι’ αυτές γιατί βοήθησα κι εγώ από τις πρώτες κιόλας ημέρες.

Ανοίγαμε γραφεία σε μια γειτονιά. Πηγαίναμε το πρωί, ετοιμάζαμε καφέ, ο κόσμος έφερνε τα ντόνατς και μιλάγαμε. Ξαφνικά, κάποιος έμπαινε μέσα και έλεγε «Γεια σας, πώς είστε; Μόλις απολύθηκα». Και τότε άκουγες τη ζητωκραυγή: «Ουάου! Άλλος ένας απολυμένος. Θαυμάσια». Εκείνος θα νόμιζε ότι είμαστε παλαβοί. Γιατί να γιορτάζουμε που τον απέλυσαν; Αυτό σήμαινε ότι δεν θα έπαιρνε πλέον μισθό, δεν θα είχε για το νοίκι, δεν θα είχε πού να κοιμηθεί, δεν θα είχε να φάει. Γιατί, λοιπόν, εμείς χαιρόμασταν; Κι εμείς απαντούσαμε: «Χαιρόμαστε που είσαι εδώ. Θα έχουμε άλλον έναν για να μοιράζει προκηρύξεις».

Έτσι μεταμορφώναμε τη ζοφερή κατάσταση στην οποία είχε βρεθεί εκείνος ο άνθρωπος, αλλά και όλοι μας, σε μια παραγωγική δράση. Παίρναμε τον έλεγχο της ζωής μας. Δεν ήμασταν πια θύματα. Ήταν τόσο απλό. Αναρωτιόμουν συνέχεια γιατί δεν το έβλεπαν και οι άλλοι έτσι. Δεν γίνεται να αποτύχεις. Βασικά, η αποτυχία είναι αδύνατη∙ ήδη, με το να βρίσκεσαι με άλλους, έχεις καταφέρει να μετατρέψεις την προσωπική τραγωδία, αυτή την απόγνωση, αυτή την απελπισία, σε έναν συλλογικό αγώνα.

(…)

Η ζωή αλλάζει όταν βρίσκεσαι με άλλους, όταν είστε ενωμένοι. Σου φεύγει ο φόβος που έχεις όταν είσαι μόνος. Δεν μπορείς να λύσεις αυτά τα προβλήματα όταν είσαι μόνος. Όταν είσαι μόνος τα προβλήματα σε καταπίνουν. Όταν είσαι μόνος σου απέναντι στον εργοδότη, εκείνος έχει όλη τη δύναμη κι εσύ δεν έχεις τίποτα. Αλλά μόλις βρεθήκαμε μαζί, νιώσαμε τη δύναμή μας και μπορούσαμε να γελάσουμε.

(…)

Ο αγώνας μας ήταν επιτυχημένος. Τα νοίκια έπεσαν, οι οικογένειες που τους είχαν κάνει έξωση γύρισαν στα σπίτια τους και ο ιδιοκτήτης σταμάταγε να μας έχει στο τρέξιμο. Μερικές φορές, βέβαια, δεν τα καταφέρναμε και μας πέταγαν τα έπιπλα στο δρόμο. Ακόμα και τότε, όμως, δεν το βάζαμε κάτω. Σκεπάζαμε αμέσως τα έπιπλα με ένα ύφασμα για να μη λερωθούν και μετά οργανώναμε μια μεγάλη συγκέντρωση γύρω από τα έπιπλα, χρησιμοποιώντας τα σαν εξέδρα. Περιμέναμε μέχρι να φύγει η αστυνομία και με το που έφευγε, ο κόσμος μάζευε τα έπιπλα και τα μετέφερε πίσω στην πολυκατοικία. Σπάγαμε την κλειδαριά, βάζαμε μέσα τα έπιπλα και αλλάζαμε την κλειδαριά. Ο σπιτονοικοκύρης, λοιπόν, θα αναγκαζόταν να κάνει όλη τη διαδικασία από την αρχή.

 

Μέσα σε δυο χρόνια καταφέραμε να έχουμε τον έλεγχο των ενοικίων στο Μπρόνξ. Έτσι ήταν τότε τα πράγματα.

 

1 Jeremy Rifkin, «Το τέλος της εργασίας και το μέλλον της. Η δύση του παγκόσμιου εργατικού δυναμικού και το χάραμα της μετά-την-αγορά εποχής», Λιβάνης, 1996, σελ. 57.

2 Jeremy Rifkin, ό.π., σελ 419.

3 «Voluntary work has merit, but is no substitute for a paid job» («Η εθελοντική εργασία είναι σημαντική, αλλά δεν μπορεί να υποκαταστήσει τη μισθωτή εργασία»), The Independent, 08/11/2010.

4 The Independent, 08/11/2010, ό.π.

5 Από την μπροσούρα «Ο φασισμός χωρίς σβάστικα» που εξέδωσε η αντιφασιστική συνέλευση autonome antifa, Νοέμβρης 2010, σελ. 20.

6 «Προγράμματα 2,6 δις ευρώ για την ανεργία», Ελευθεροτυπία, 19/10/2010

7 Το απόσπασμα αναφέρεται, βέβαια, σε εκείνη την ιστορική περίοδο (16ος και 17ος αιώνας) διάλυσης των προκαπιταλιστικών τρόπων παραγωγής, όπου οι εργάτες είτε θα υποχρεώνονταν να πουλήσουν την εργατική τους δύναμη, είτε να ριχτούν στη ζητιανιά, στην αλητεία και στη ληστεία. Βλ., Is.I.Rubin, «Ιστορία οικονομικών θεωριών», εκδ. Κριτική Σκέψη, 1993, σελ. 36.

8 «Ο φασισμός χωρίς σβάστικα», ό.π., σελ. 24.

9 Τελευταία, γίνεται λόγος και για μια νέα κατηγορία αστέγων∙ τους «νεοάστεγους». Όπως μας «ενημερώνει» η κυρία Αλαμάνου, ένα από τα «κεφάλια» της ΜΚΟ: «Τα τρία τελευταία χρόνια στο λεξιλόγιό μας έχει προστεθεί και η έννοια των νεοαστέγων: των ανθρώπων δηλαδή που βρέθηκαν στον δρόμο διότι έχασαν τη δουλειά τους και δεν κατάφεραν να ανταποκριθούν στις οικονομικές τους υποχρεώσεις». Δίπλα στους «παραδοσιακούς» αστέγους, θα έρθουν να προστεθούν οι ελληνικής καταγωγής, πτυχιούχοι (σε μεγάλο βαθμό) που μένουν άνεργοι και δεν έχουν την καβάντζα της «αθάνατης ελληνικής οικογένειας». Αυτή είναι η τάση, λένε οι «αρμόδιοι».

10 Theodorikakou O., Alamanou A., Katsadoros K., «Facing the challenge of confronting homelessness in a national economic crisis. A pilot prevention policy model», Σεπτέμβρης 2010.

11 Rose Chernin, “Organizing the unemployed in the Bronx in the 1930s”, 1949. Η Rose Chernin γεννήθηκε το 1901 στη Ρωσία και το 1913 μετανάστευσε με την οικογένειά της στις Η.Π.Α. Τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ’30 συμμετείχε ενεργά στο κίνημα των ανέργων.


Αρέσει σε %d bloggers: