σχιζό metropolitans #4 – editorial – Ο νέος πατριωτισμός, το «νέο ΕΑΜ» και οι νέες περιπέτειες της «ψωροκώσταινας»

Δεν είναι και λίγα τα «αμαρτήματα» της αριστεράς στην Ελλάδα τις τελευταίες δεκαετίες. Αν, βέβαια, έπρεπε κανείς να διαλέξει μόνο δύο (ως τα πιο θανάσιμα), αυτά χαλαρά θα ήταν η «ανάγκη αποτίναξης του χαρακτηρισμού προδότης» και η «εκλογική οπτική των κινημάτων». Αμαρτήματα, όχι απλώς «θανάσιμα» για την κρατική αριστερά (αυτή κράτος είναι, τέτοια λέει), αλλά και «κολλητικά».

Ας γίνουμε, όμως, πιο συγκεκριμένοι. Το πρώτο έχει βαθιές ρίζες στην ιστορία, καθώς ξεκινάει από τα χρόνια της ήττας του Εμφυλίου και της παρανομίας της αριστεράς. Τότε, η νίκη του κυβερνητικού μπλοκ ήταν και εκτός από υλική και πνευματική, αφού κυριαρχούσε ο λόγος του παντού. Ένας λόγος που περιέγραφε τους αριστερούς ως «εαμοβούλγαρους ληστοσυμμορίτες», ως «προδότες του έθνους» που τα είχαν κάνει πλακάκια με τη Ρωσία (καλά αυτό, πες το ψέματα) για να πουλήσουν τη Μακεδονία «μας» στους Βούλγαρους. Απέναντι σε αυτή τη ρητορική η αριστερά προσπάθησε να απαντήσει αντιστρέφοντας την κατηγορία και επιστρέφοντάς την πίσω στους εμπνευστές της. Έλεγε, λοιπόν, πως προδότες ήταν οι δεξιοί που συμμάχησαν με τους Άγγλους για να καταπιέσουν τον «ελληνικό λαό»∙ που πήραν τη βοήθεια από τους Αμερικάνους∙ που στην Κατοχή, ως ταγματασφαλίτες, συνεργάστηκαν με τους Γερμανούς. Άρα, ποιοι πάλεψαν για την ελευθερία της πατρίδας; Φυσικά, η αριστερά (λέει η ίδια για τον εαυτό της). Και κάπως έτσι, κάτι που ξεκίνησε ως πολιτικός ελιγμός κατέληξε να εγκαθιστά στην αριστερή σκέψη τον πατριωτισμό ως αξία, με αποτέλεσμα κάθε διεθνιστική οπτική να καταδικάζεται ως «προδοσία». Τι είναι, όμως, η προδοσία του έθνους μπροστά στην προδοσία της τάξης.

Το δεύτερο «κουσούρι» ξεκινάει αρκετά αργότερα, με τη νομιμοποίηση του ΚΚΕ και της ευρύτερης αριστεράς, καθώς και με την προοπτική απόσπασης ενός σχετικά μαζικού εκλογικού ποσοστού. Οπότε; Μπροστά στην κάλπη δεν έχουμε διαφορές, δεν υπάρχουν εργάτες και αφεντικά, δεν υπάρχουν ταξικές συγκρούσεις, υπάρχει μόνο το άτομο και η ψήφος του. Γρήγορα γρήγορα, η ρητορική περί εργατικής τάξης αντικαταστάθηκε με αυτήν περί «λαού» («volk», τον έλεγαν κάποιοι). Με ένα, δηλαδή, αφηρημένο σχήμα που περιλαμβάνει και τους εργάτες και τα αφεντικά τους (αρκεί να μην είναι «μεγάλο κεφάλαιο», λες και το κεφάλαιο είναι μεγάλο και μικρό και όχι σχέση), και τους οικοδόμους και τους εργολάβους, και τους μικροβιοτέχνες και τους μικροαστούς∙ μια σούπα με fake κοινά συμφέροντα που καταπιέζονται δήθεν από κάτι ακόμα πιο αφηρημένο. Όσο πέρναγε δε ο καιρός και άλλαζε και η σύνθεση της κρατικής αριστεράς (προς το πιο μεσο/μικροαστικό), τέτοιες ιδέες γίνονταν όλο και πιο εύκολες. Είναι μέσα σε αυτό το πλαίσιο που οι διάφορες ιδέες περί εξαρτήσεως του ελληνικού κράτους άνθισαν και φούντωσαν. Γιατί αν σε τρώει ο κώλος σου για «ανίερες συμμαχίες», αν βιάζεσαι να μετριάσεις και να καπηλευτείς τις εντάσεις μεταξύ των αφεντικών και των εργατών τους, αν την έχεις δει προστάτης της πατρίδας, τι πιο βολικό από το να διαλέγεις τους εχθρούς σου κάπου έξω; Και όσο πιο μακριά τόσο πιο καλά (τόσο πιο πατριωτικά, τόσο πιο χρήσιμο εκλογικά): ας πούμε στην Αμερική, για παράδειγμα. Εν ολίγοις, αν εντοπίζεις το πρόβλημα όχι απλά έξω από τα σύνορα αλλά στην άλλη άκρη του πλανήτη είναι λίγο δύσκολο να πάρεις χαμπάρι τις επεκτατικές κινήσεις του ελληνικού κράτους.

Παρόλ’ αυτά, εκτός από την ανικανότητα υπάρχει και η έλλειψη διάθεσης. Υπάρχει και το συμφέρον του να είσαι μέρος της Βουλής ενός κράτους που επελαύνει∙ και αυτό είναι ένα ιδιαίτερα υλικό όφελος. Το ελληνικό κράτος, λοιπόν, έγινε στα μάτια πολλών «μικρό», «εξαρτημένο», «υποκινούμενο από τις μεγάλες δυνάμεις ενάντια στο συμφέρον του» και αυτό συνέβη τη στιγμή ακριβώς που το εν λόγω κράτος επένδυε στην κατάρρευση των Βαλκανίων για την εδαφική του επέκταση και τη χρησιμοποίηση των με την βία υποτιμημένων μεταναστών εργατών στο εσωτερικό του. Την εποχή που Έλληνες φασίστες σφάζανε στη Βοσνία∙ την εποχή των «μακεδονικών συλλαλητηρίων». Αλλά κάπως έτσι παρέμεινε και την εποχή που άρχισε να εμπλέκεται σε όλες σχεδόν τις πολεμικές επιχειρήσεις στον κόσμο (έχοντας στρατό εκτός των συνόρων στο Αφγανιστάν και καράβια σε ρόλο μπάτσου στους εμπορικούς θαλάσσιους δρόμους), αποδεικνύοντας πόσο φιλόξενο είναι προς κάθε διερχόμενο δυτικό στρατό (πάντα με ανταλλάγματα). Το ελληνικό κράτος δεν είναι επεκτατικό, σπεύδει να δικαιολογήσει (τα αδικαιολόγητα;) η αριστερά του κράτους γιατί είναι «μικρό», λες και τα καπιταλιστικά κράτη δεν είναι επεκτατικά από τη φύση τους. Το ελληνικό κράτος δεν είναι επεκτατικό, λέει, γιατί δεν είναι αρκετά «ανεπτυγμένο». Όλοι μας, δηλαδή, ζούμε σε «λίγο» καπιταλισμό, μας εκμεταλλεύονται «περίπου», και γενικά «κάνουμε πως» δουλεύουμε.

Και επειδή δεν μας έφταναν όλα αυτά, «ξαφνικά» έσκασαν μύτη το μνημόνιο και η τρόικα. «Ξαφνικά», τα μέτρα που παίρνει το ελληνικό κράτος ενάντια στην εργατική τάξη, τα μέτρα που σφραγίζουν τον πλήρη υποβιβασμό της, δεν νοούνται ως μια ολομέτωπη ταξική επίθεση, αλλά ως «κατοχή κάποιων «ξενοκίνητων δυνάμεων», λες και δεν είναι τα ελληνικά αφεντικά αυτά που θα κάνουν χρυσές δουλειές με τη διάλυση των συλλογικών συμβάσεων, την υποτίμηση του μισθού, τη γενικευμένη μαυρίλα, τους ανέργους που θα δέχονται εργασιακές συνθήκες που δεν πέρναγαν πιο πριν από το μυαλό κανενός, την μπατσική βία που καταστέλλει κάθε κίνηση. «Ξαφνικά» η επισφράγιση της ουσιαστικής ήττας της εργατικής τάξης (που τόσα χρόνια, στη συντριπτική πλειοψηφία της, φανταζόταν πως είναι ελληνική και άρα ανώτερη, που νόμιζε πως απεργία και διαδήλωση είναι ριάλιτι στην τηλεόραση και που είχε πουλήσει τα πάντα στο όνομα ενός ακριβού τζιπ και ενός χλιδάτου προορισμού διακοπών), έγινε η «κακία των μεγάλων δυνάμεων» και της κυβέρνησης των «προδοτών» και των «Κουίσλινγκ». Πέρα, βέβαια, από τέτοιου είδους αρλούμπες, το κράτος παραμένει αυτό που ήταν πάντα: η οργανωμένη έκφραση της τάξης των αφεντικών (των ελληνικών συμπεριλαμβανομένων…).

Όσο για αυτούς που βιάστηκαν να πετάξουν τη μάσκα του αντιιμπεριαλιστή, μιας και πάντα προτιμούσαν αυτήν του πατριώτη, ας μην ξεχνάνε πως το παιχνίδι είναι μεγάλο και το κράτος δεν εγκαταλείπει έτσι εύκολα τα σχέδιά του. Κάθε άλλο μάλιστα. Τώρα που τα δύσκολα αποκτημένα «κεκτημένα» του ελληνικού κράτους τίθενται σε αμφιβολία, τώρα ακριβώς θα κινηθεί για να τα υπερασπίσει (ακόμη και πολεμικά). Και είναι μέρος αυτής της ανάγκης που κάνει το Ελληνικό κράτος να αναζητά νέους φίλους και να χτίζει νέες συμμαχίες (όπως με το Ισραήλ τελευταία)∙ συμμαχίες που από τη μια πατάνε στο προσφιλές αξίωμα «ο εχθρός του εχθρού μου» όσον αφορά την Τουρκία, και από την άλλη εντάσσονται μέσα στη διεθνή προετοιμασία για συμμετοχή σε έναν πιθανό πόλεμο στο Ιράν. Να πώς εν μέσω συμφέροντος και χαζομάρας ξεθάβονται ξανά τα «του Έλληνα ο τράχηλος…» και οι θεωρίες περί «ψωροκώσταινας».

 


Αρέσει σε %d bloggers: