σχιζό metropolitans #6 – Ίσως και να είναι ένα «ευχάριστο» τέλος

Οι συγκεντρώσεις του Συντάγματος έχουν καταλήξει πια σε ένα μικρό τσούρμο φασιστών και εθνοβαρεμένων. Οι φασίστες και οι εθνοβαρεμένοι εκεί ήταν εξαρχής και κολύμπαγαν στην «αμεσοδημοκρατική» κολυμβήθρα του Σιλωάμ, εξαγνιζόμενοι από το στίγμα του ναζιστή μαχαιροβγάλτη και μετατρεπόμενοι σιγά σιγά σε μια, μάλλον αντιπαθητική, συνιστώσα του «κινήματος». Οι άνθρωποι που βάλανε το χεράκι τους σε αυτό το ξέπλυμα θα πρέπει να νιώθουν υπερήφανοι για την εν λόγω κατάντια.

 

Αυτό σημαίνει πως το Σύνταγμα δεν είχε κανένα ενδιαφέρον; Πως ήταν μια απλή, βαρετή σύναξη μπυρόβιων καμάκηδων που έφεραν τον αέρα του πατρινού καρναβαλιού στο κέντρο της Αθήνας; Κάθε άλλο∙ αν και η αλήθεια είναι πως στην πλειοψηφία του χρόνου του «κινήματος των αγανακτισμένων» κάπως έτσι έμοιαζε η φάση. Οι εποχές που ζούμε είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσες και όποιος κάτσει να τις παρατηρήσει έχει πολλά να συμπεράνει. Σε κάθε παρατήρηση, φυσικά, το πλαίσιο που βρίσκεται μέσα στο κεφάλι του καθενός έχει εξαιρετική σημασία γιατί είναι ακριβώς αυτό που νοηματοδοτεί τα δεδομένα. Οπότε, όπως συμβαίνει πάντα στην Ελλάδα, έτσι και τώρα ο καθένας μπορεί να βγάζει τα συμπεράσματά του με όποιον τρόπο επιλέγει ως πιο βολικό. Υπάρχει ακόμα αυτή η πολυτέλεια σε αυτόν τον τόπο για αρκετούς (αν και εξατμίζεται γρήγορα, όμως).

 

Στους χώρους της ιδεολογίας (που είναι θρησκεία, από καιρό ληγμένο αυτό) οι άνθρωποι χωρίζονταν χοντρικά με βάση το χιλιαστικό όραμα∙ το όραμα της «δράσης» που θα έφερνε τη νύχτα της επανάστασης. Κάποιοι έβλεπαν τον κομμουνισμό και την αναρχία να ξημερώνει την επομένη μιας γιγαντιαίας, ανοργάνωτης και αυθόρμητης εξέγερσης. Πρόβλημα γι’ αυτούς ήταν όποιος εμπόδιζε την αυθόρμητη εξεγερτική διάθεση του κόσμου. Άλλοι έβλεπαν τον κομμουνισμό και την νίκη των κινημάτων σε μία γιγαντιαία μαζική ειρηνική συγκέντρωση όπου όλοι, ανεξαρτήτως χρώματος και ιδεολογίας, θα ενώνονταν σε ένα τεράστιο ειρηνικό πλήθος που θα άφηνε στην άκρη τις «διαφορές» και τους «σεχταρισμόυς» για να δείξει την μαζικότητα της αγανάκτησης. Πρόβλημα στην περίπτωση αυτή θεωρούνταν όσοι παρενέβαιναν στο ειρηνικό της όλης υπόθεσης. Άλλοι πάλι, έβλεπαν τη βελτίωση των ζωών μας την επομένη κάποιων εκλογών, στις οποίες η αριστερά θα κατακτούσε ένα σεβαστό ποσοστό και μια δύναμη που θα χρησιμοποιούνταν για την αναγέννηση του «κινήματος». Εδώ, πρόβλημα ήταν όσοι είχαν «διαφωνίες» και απεργάζονταν τη διάσπαση που εμπόδιζε την εκλογική επιτυχία. Τέλος, κάποιοι έβλεπαν την επανάσταση να ξεπροβάλει μετά από τη «γενική απεργία διαρκείας». Τα πανηγύρια, βέβαια, της ΓΣΕΕ είναι μια χαρά σε ποιότητα∙ απλά είναι λίγα σε ποσότητα…

 

Συζητήσεις γύρω από τα παραπάνω θέματα, οι οποίες φούντωναν σε φοιτητικούς κύκλους, γίνονταν σε ένα καθαρά υποθετικό επίπεδο. Οι κουβέντες αυτές, όποια και να ήταν η τροπή τους, μπορούσαν πάντα να λήξουν με μία γενική επίκληση της «ιστορίας που θα δείξει». Ήταν θεωρητικολογίες που καμία σχέση δεν είχαν με την πραγματικότητα και γι’ αυτό είχαν την πολυτέλεια να περιμένουν την ιστορία να αποδείξει το λάθος τους. Κι εδώ είναι το ενδιαφέρον των εποχών μας. Οι μεγάλες συνταγές δοκιμάζονται μία προς μία, για να φάει η κάθε μία απ’ αυτές τα μούτρα της πάνω στη ρηχότητα του ίδιου του εαυτού της. Οι αυταπάτες μία προς μία καταρρέουν σαν αποτυχημένη παράσταση ταχυδακτυλουργόυ που όλοι βλέπουν τα φύλλα στο μανίκι. Τι άλλο να κάνει το κοινό πέρα από το να χασμουριέται με το δράμα του; Οι συγκεντρώσεις του Συντάγματος ήταν πράγματι μαζικές, ήταν πράγματι ειρηνικές, είχαν πράγματι αφήσει στο πλάι όλες τις διαφορές για να μετατραπούν σε μια ιδεολογική σούπα που χωράει τους πάντες και τα πάντα, δίπλα δίπλα και χωρίς κανένα πρόβλημα (ας μην ξεχνάμε, παρόλ’ αυτά, πως οι μετανάστες εργάτες δεν χώρεσαν ποτέ μέσα σε αυτό το πλήθος). Πράγματι, το ειρηνικό πλήθος ήδη από τις πρώτες κιόλας Κυριακές πλημμύρισε το Σύνταγμα∙ το «όνειρο» έμοιαζε να έχει πραγματοποιηθεί. Έλα, όμως, που κανείς δεν πρόσεξε, ούτε καν οι ίδιοι, πως δεν ήταν τίποτε άλλο πέρα από ένα ωραιότατο τίποτα.

 

Και πώς αλλιώς, αφού οι ιδεολογίες του παρελθόντος τσακίζονται πάνω στην κενότητά τους; Τώρα πια δεν πρόκειται για κάποια θεωρητική συζήτηση∙ οι μεγάλες συνταγές απέτυχαν εμπράκτως και η εποχή της μεταπολίτευσης, λένε, τελειώνει. Αυτό που σίγουρατελειώνει είναι ο μεταπολιτευτικός ρόλος του «πλήθους». Δουλειά της αριστεράς, αυτού του κρατικού μηχανισμού, ήταν να διαμεσολαβεί και να διαπραγματεύεται εκ μέρους του «πλήθους». Έτσι, όλοι έβγαιναν κερδισμένοι: οι αγώνες πέρναγαν από «νίκη» σε «νίκη» (έτσι ονομαζόταν τις περισσότερες φορές οτιδήποτε δεν αποτελούσε ολοκληρωτική συντριβή), το κράτος διατηρούσε σε ένα επίπεδο το «πολιτικό κόστος», διατηρώντας ταυτόχρονα και τον ανταγωνισμό σε ελεγχόμενα πλαίσια. Και εννοείται πως πάντα κάτι έμενε στους μυριάδες ηγέτες και ηγετίσκους του αριστερού μηχανισμού. Αυτά, βέβαια, προ κρίσης όταν τα κρατικά ταμεία είχαν και κανένα κόκαλο για να πετάξουν όποτε χρειαζόταν. Το κράτος πια έχει αποφασίσει να κλείσει τους «παλιούς λογαριασμούς» με την εργατική τάξη (δεν έχει και την πολυτέλεια να κάνει κι αλλιώς) και για κάτι τέτοιο δεν χρειάζονται οι αριστεροί διαπραγματευτές∙ χρειάζονται οι μπάτσοι και πιθανώς θα χρειαστεί και ο στρατός. Φυσικά, οι «επαγγελματίες διαπραγματευτές» δεν θα μείνουν άνεργοι. Τέτοιες «εθνικά υπεύθυνες δυνάμεις» όλο και κάπου θα απασχοληθούν∙ ας πούμε στο χτίσιμο του αριστερίστικου εθνικισμού…

 

 


Αρέσει σε %d bloggers: