σχιζό metropolitans #6 – Εντατική εκπαίδευση στο «θαυμαστό νέο κόσμο»

Αν κάτσει κανείς να απαριθμήσει τα «επιτεύγματα» του ελληνικού κράτους τον τελευταίο έναν, ενάμιση χρόνο, θα μπορούσε ακόμα και να εντυπωσιαστεί. Να εντυπωσιαστεί τόσο από τις συντριπτικές του νίκες εις βάρος της εργατικής τάξης όσο και από την ύψιστης σημασίας επιτυχία του αυτές ακριβώς οι νίκες να μην γίνονται αντιληπτές ως τέτοιες. Να εντυπωσιαστεί που η συντριπτική πλειοψηφία ερμηνεύει αυτή τη συντονισμένη και στοχευμένη επίθεση που βρίσκεται σε εξέλιξη ως ένδειξη αδυναμίας. Πόσο αδύναμο, όμως, είναι στην πραγματικότητα ένα κράτος που μπορεί να οργανώνει με τέτοιους ρυθμούς την υποτίμηση της εργασίας και να την φέρνει εις πέρας χωρίς πολλά πολλά; Πόσο «ανύπαρκτο» μπορεί να είναι ένα κράτος τη στιγμή που γιγαντώνει την παρουσία του σε όλους τους τομείς της καθημερινότητας και μάλιστα με όρους εξώφθαλμα εχθρικούς; Δεν προσπαθούμε, φυσικά, να πούμε πως η ελληνική αστική τάξη και το κόμμα της (δηλαδή το κράτος) δεν έχουν κανένα πρόβλημα. Ίσα ίσα. Έχουν πρόβλημα, το οποίο είναι όντως σοβαρό, και δεν είναι άλλο από την οικονομική κρίση που δυσκολεύει τον καπιταλισμό σε παγκόσμιο επίπεδο. Και εξαιτίας αυτής ακριβώς της δυσκολίας, παίρνουν τις αποφάσεις που παίρνουν και πραγματοποιούν όλες εκείνες τις πολιτικές που τάχα φαντάζουν «αδιανόητες». Καθόλου, όμως, «αδιανόητες» δεν είναι, καθώς όταν τα αφεντικά έχουν ζόρια, όταν δεν ξέρουν τι να κάνουν τα εμπορεύματα που παράγουν κι όταν βλέπουν το ποσοστό του κέρδους τους να παραμένει στάσιμο δεν έχουν πολλούς ενδοιασμούς ως προς το τι πρέπει να γίνει. Μετακυλίουν τα ζόρια στον ταξικό τους αντίπαλο (στην εργατική τάξη) και τον βάζουν να πληρώσει αυτός το λογαριασμό. Κάπως έτσι, προκύπτει και το ζήτημα του «δημόσιου χρέους» που με τη σειρά του ανοίγει το δρόμο για τις από κοινού ευθύνες («όλοι φταίμε που έφτασαν εδώ τα πράγματα»…) και τις εκκλήσεις για από κοινού λύσεις («αν συνεργαστούμε όλοι μαζί, θα τα καταφέρουμε»).

 

Παρόλ’ αυτά, όσο κι αν η συζήτηση περιστρέφεται γύρω από το περίφημο «δημόσιο χρέος», η ουσία του πράγματος βρίσκεται λίγο παραδίπλα. Βρίσκεται στη νέα καπιταλιστική ρύθμιση που χτίζεται σήμερα για να παγιωθεί αύριο και να αποτελέσει την «αναμφισβήτητη πραγματικότητα» μεθαύριο (γιατί, φυσικά, η κρίση δεν θα διαρκέσει για πάντα). Μια πραγματικότητα όπου ο κατώτερος μισθός θα είναι κάτι σαν χαρτζιλίκι, όπου τα μεγάλα διαστήματα ανεργίας θα καθορίζουν τη ζωή όλο και περισσότερων προλετάριων, όπου τα επιδόματα και οι όποιες παροχές δεν θα δίνονται απλώς με το σταγονόμετρο αλλά θα συνοδεύονται και από το «μαστίγιο»1. Πάνω σε αντίστοιχου περιεχομένου σχέδια οικοδομείται η «έξοδος από την κρίση» και η «αύξηση της ανταγωνιστικότητας», για την οποία κόπτονται οι απολογητές της καπιταλιστικής βαρβαρότητας.

 

Είναι, λοιπόν, κάπως «αναντίστοιχο» με τα όσα συμβαίνουν το να επικεντρώνει κανείς στους «κλέφτες» και τα «κλεμμένα» επιμερίζοντας το πρόβλημα και προσωποποιώντας το σε τέτοιο βαθμό που υπονοείται ότι αν φύγουν οι πέντε, δέκα, εκατό «κακοί» και έρθουν πέντε, δέκα, εκατό «καλοί», θα λυθεί αμέσως. Γιατί όπως κι αν το κάνουμε το θέμα δεν είναι «οι κρατικές σπατάλες και η κακοδιαχείριση» (χωρίς αυτό να σημαίνει ότι αυτά δεν υπάρχουν), αλλά όλο το υπόλοιπο κομμάτι της «κανονικής» διαχείρισης, η οποία μοιάζει να έχει εξαφανιστεί από το πλάνο. Και δεν είναι οι «κλέφτες» το ζήτημα όχι γιατί δεν έφαγαν λεφτά, αλλά γιατί μια προσέγγιση που έχει στο στόχαστρό της μεμονωμένα άτομα δεν μπορεί παρά να είναι εξαρχής ανεπαρκής και ανεδαφική. Για να το πούμε αλλιώς, οι «κλέφτες» δεν είναι κάποια άτομα που για τον άλφα ή βήτα λόγο «παραστράτισαν» (γιατί πολύ απλά μια ταξική κοινωνία δεν αποτελείται από άτομα)∙ είναι μέρος μιας τάξης (αυτής των αφεντικών) τα συμφέροντα της οποίας βρίσκονται διαρκώς και εκ των πραγμάτων σε σύγκρουση με τα συμφέροντα μιας άλλης (αυτής των εργατών). Και είναι αυτά ακριβώς τα συγκρουόμενα συμφέροντα (και όχι τα άτομα) που καθορίζουν το συσχετισμό δυνάμεων, άρα και το ποιος είναι σε θέση να θέτει όρους και να τους επιβάλει στον αντίπαλο.

 

Η εξωτερική πολιτική ή η προετοιμασία για πόλεμο

 

Αν κρίνουμε, λοιπόν, από το ποιος επιβάλει τους όρους του παιχνιδιού, το ελληνικό κράτος μόνο αδύναμο δεν είναι, αφού χωρίς ιδιαίτερα «βάσανα» έχει καταφέρει να κάνει και τα κουμάντα του στο εσωτερικό και τα νταραβέρια του στο εξωτερικό. Εκτός κι αν κι αυτή ακόμα η εμπλοκή του στον πόλεμο στη Λιβύη είναι «λογικό» να θεωρείται ένδειξη αδυναμίας. Εκτός κι αν η προσπάθειά του να πλασαριστεί ανάμεσα στους επιτιθέμενους (πουλώντας για άλλη μια φορά την προνομιακή του θέση στο χάρτη), διεκδικώντας μερίδιο από τα «οφέλη» που είδε να εμφανίζονται στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου δεν πρέπει να εκλαμβάνεται ως ιμπεριαλιστική κίνηση ενός κράτους που κοιτάει να κερδίσει ό,τι καλύτερο μπορεί μέσα στους ενδοκαπιταλιστικούς ανταγωνισμούς. Και είναι ακριβώς ο τρόπος με τον οποίο πραγματοποιήθηκε (και πραγματοποιείται;) η συμμετοχή στον εν λόγω πόλεμο που δείχνει ξεκάθαρα ότι το ελληνικό κράτος μπορεί να μιλάει ανοιχτά για τις κινήσεις του, να τις υπερασπίζεται και να κλείνει το μάτι για το τι είναι διατεθειμένο να κάνει σε κάθε ανάλογη «ευκαιρία» που θα του παρουσιαστεί. Και πώς αλλιώς, αφού το σύνολο σχεδόν της ελληνικής κοινωνίας δείχνει να έχει εμπεδώσει την ταχύρυθμη εκπαίδευση στην οποία υποβλήθηκε μέσα από την οικονομική πίεση όλου του προηγούμενου χρόνου. Οπότε ποιον να βρει απέναντί του ο ελληνικός ιμπεριαλισμός; Ποιος να του θέσει το ζήτημα με ταξικούς όρους, κάνοντας τη σύνδεση μεταξύ του «μέσα» και του «έξω»;

 

Κάτι τέτοιο, βέβαια, δεν εντασσόταν πάντοτε στην κατηγορία της επιστημονικής φαντασίας. Σε προηγούμενες ιστορικές περιόδους, στα χρόνια πριν τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο (μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του ’30, για την ακρίβεια), το οργανωμένο κομμάτι της εργατικής τάξης2 ήταν σε θέση να αντιληφθεί ότι τα όσα έκανε το ελληνικό κράτος προς τα έξω ήταν τόσο σημαντικά όσο αυτά που έκανε προς τα μέσα3. Γι’ αυτό και οι εργατικές διεκδικήσεις περιελάμβαναν εκτός από οικονομικά αιτήματα (π.χ αύξηση μισθών) και αμιγώς πολιτικά (οργάνωση των εργατών απέναντι στους φασίστες και στον επικείμενο πόλεμο των αφεντικών). Ως διεθνιστές και ταξικοί εχθροί του ελληνικού καπιταλισμού ενδιαφέρονταν τόσο για τα εσωτερικά ζητήματα όσο και για τον διακρατικό ανταγωνισμό, γιατί κατανοούσαν ότι το ελληνικό κράτος (όπως και κάθε άλλο) έχει διάφορα πεδία δράσης, τα οποία είναι αλληλένδετα. Έχοντας κάτι τέτοιο κατά νου, δεν είχαν κανένα λόγο να πέσουν στην παγίδα της «εθνικής ενότητας» και των «κοινών εθνικών συμφερόντων». Η πανούκλα του «εθνικού» ήξεραν από πρώτο χέρι ότι καλύπτει με αξιομνημόνευτη αποτελεσματικότητα το ταξικό και δεν ήταν στο ελάχιστο διατεθειμένοι να αφήσουν κάτι τέτοιο να συμβεί.

 

Το ακριβώς αντίθετο, δηλαδή, από ό,τι συμβαίνει εδώ και αρκετές δεκαετίες που η εργατική τάξη αρνείται πεισματικά να υπάρξει. Αρνείται να μιλήσει για τον εαυτό της, να οργανωθεί και να προσπαθήσει να απαντήσει συντονισμένα στις κατακεφαλιές που τρώει.

 

 

1 Για περισσότερα σχετικά με τις εξαγγελίες για τα επιδόματα ανεργίας και την ακόμα πιο συστηματική χρησιμοποίησή τους ως εργαλείο ελέγχου και πειθάρχησης βλ. την ένθετη μπροσούρα.

2 Κατά βάση το ΚΚΕ.

3 Ήδη το 1932, αρκετά χρόνια πριν την επίσημη έναρξη του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου, όποιος ήθελε να δει, έβλεπε: «Ο ελληνικός όπως και ο διεθνής ιμπεριαλισμός προσανατολίζονται σήμερα προς τον πόλεμο και κυρίως την αντισοβιετική επέμβαση, ολοένα και πιο πολύ ζητώντας διέξοδο από την κρίση. Σήμερα δεν μπορούμε να μιλάμε για κίνδυνο πολέμου, αλλά για πόλεμο που άρχισε ήδη. Γι’ αυτό το ζήτημα της πάλης κατά του πολέμου, που σημαίνει ανήκουστες καταστροφές για τις εργαζόμενες μάζες, ενδιαφέρει εξίσου τις εργαζόμενες μάζες με τις άμεσες διεκδικήσεις». («Το ΚΚΕ – Επίσημα κείμενα», Σύγχρονη Εποχή, τόμος τρίτος, σελ. 400-401).

 


Αρέσει σε %d bloggers: