σχιζό metropolitans #6 – Η έρημος των ατομικοτήτων

Ούτε περασμένα είναι ούτε ξεχασμένα, τα «μεγαλεία» βαρβαρότητας και κανιβαλισμού των «αλησμόνητων δεκαετιών της ευμάρειας». Και πώς θα μπορούσαν, άλλωστε, αφού μέσα από αυτά ακριβώς τα «μεγαλεία» γεννήθηκε η σημερινή πραγματικότητα. Η πραγματικότητα της επιταχυνόμενης φασιστικοποίησης που βρίσκει πρόσφορο έδαφος στην αχανή έρημο των ατομικοτήτων. Των ατομικοτήτων εκείνων που τη δεκαετία του ’90 ξεπρόβαλαν απαιτητικές και αδίστακτες, θέλοντας να πιάσουν την καλή∙ των ατομικοτήτων εκείνων που σήμερα επικροτούν, στηρίζουν (και συχνά συμμετέχουν ανοιχτά) στο μαζικό και ανελέητο κυνήγι εναντίον των μεταναστών. Γιατί, φυσικά, κανείς από τους «φιλήσυχους πολίτες» που εδώ και τόσα χρόνια έχουν υλικό όφελος από την εκμετάλλευση και υποτίμηση του πλέον αδύναμου κομματιού της εργατικής τάξης δεν αιφνιδιάστηκε από το κύμα ρατσιστικής βίας που ξέσπασε στις αρχές του περασμένου Μάη. Κανείς από αυτούς που εδώ και τόσα χρόνια ζητάνε όλο και περισσότερους μπάτσους να περιπολούν στις γειτονιές τους δεν χαλάστηκε με τη στρατιωτική κατοχή της Γ’ Σεπτεμβρίου και των γύρω δρόμων. Ούτε και αναρωτήθηκε κανείς πώς προέκυψε αυτή η «ευκολία», αυτή η «άνεση» του φασιστικού συρφετού να μετατρέπει το κέντρο της πόλης σε αρένα, να μαχαιρώνει και να ξυλοκοπάει κόσμο, κάνοντας face control σε περαστικούς όλων των ηλικιών. Τόσο εξοικειωμένη, λοιπόν, αποδεικνύεται η συντριπτική πλειοψηφία της ελληνικής κοινωνίας με τη συμπυκνωμένη βία ενός πολυήμερου πογκρόμ.

 

Και είναι αυτή η εξοικείωση που δεν αφήνει ούτε το παραμικρό περιθώριο για «καλοπροαίρετες αυταπάτες», αλλά αντίθετα επιβεβαιώνει χωρίς περιστροφές την ύπαρξη μιας συμπαγούς και βαθιάς αντιδραστικής πλειοψηφίας. Μιας πλειοψηφίας που μπορεί μεν να έχει κάπως σπαστεί με τις περικοπές μισθών, συντάξεων και λοιπών δαπανών, ωστόσο εξακολουθεί να λειτουργεί έχοντας ως βάση το άτομο. Το άτομο που όσο κι αν εμφανίζεται νευριασμένο, θυμωμένο, αγανακτισμένο ή οτιδήποτε άλλο, παραμένει (με χαρακτηριστική επιμονή, είναι η αλήθεια) άτομο∙ σκεπτόμενο για την πάρτη του, μιλώντας (ή κλαψουρίζοντας) για την πάρτη του, μην βλέποντας πέρα από τη μύτη της πάρτης του. Γιατί αυτή η διάχυτη δυσαρέσκεια (κι ας ματαιοπονούν οι διάφοροι «προφήτες της επανάστασης») και τα ξεσπάσματα του είδους «δεν πάει άλλο» δεν γεννήθηκαν σε κενό αέρος και σε καμία περίπτωση δεν είναι πολιτικά ουδέτερα. Αντίθετα, εκφράζονται από άτομα, που όσο κι αν το αρνούνται, έχουν παρελθόν (και μάλιστα «βεβαρημένο», αν κρίνουμε από τους σημαιοστολισμένους «έλληνες indignados» του Συντάγματος…), άρα και ευθύνες για το παρόν και το μέλλον.

 

Έλα, όμως βέβαια, που όλα αυτά δεν είναι παρά ψιλά γράμματα για όσους διέσχισαν και εξακολουθούν να διασχίζουν την αχανή έρημο των ατομικοτήτων∙ το ευρύχωρο αυτό καταφύγιο όπου κάθε έννοια ευθύνης απουσιάζει. Όπου κανείς δεν είναι υπόλογος σε κανέναν για τις πράξεις του και όπου κανείς (ή σχεδόν κανείς) δεν είναι διατεθειμένος να αναλάβει την ελάχιστη δυνατή δέσμευση που θα τον αναγκάσει να πετάξει το ατομικό του κουκούλι προς όφελος μιας συλλογικά διαμορφωμένης κοινότητας. Οπότε; Οπότε, η απουσία μιας τέτοιας ταξικά προσδιορισμένης κοινότητας που να μπορεί να αποτελέσει αξιόλογο αντίπαλο για τον σύγχρονο ολοκληρωτισμό, όντας πρώτα και κύρια βασική ανάγκη για την επιβίωση και την αξιοπρέπεια των προλετάριων, δεν μπορεί παρά να γίνεται κάθε μέρα και πιο ορατή. Δεν μπορεί παρά να γίνεται πιο αισθητή, όσο τα περιθώρια στενεύουν, όσο οι επιθέσεις του κράτους και των αφεντικών απλώνουν τα πλοκάμια τους σε κάθε πλευρά της καθημερινότητας και όσο η κάθε στιγμή ξεφωνίζει (σε όποιον έχει πρόθυμα αυτιά για να το ακούσει) ότι δεν θα τα βγάλουμε πέρα έτσι όπως πάει το πράγμα.

 

Και αυτή ακριβώς η απουσία γιγαντώνεται ακόμη περισσότερο κάθε φορά που κάνουν την εμφάνισή τους οι πάσης φύσεως υπερφιλόδοξοι «σωτήρες» της εργατικής τάξης∙ εκείνοι που δεν σταματούν να εφευρίσκουν «μαγικές λύσεις», τις οποίες στη συνέχεια μοσχοπουλούν στο χρηματιστήριο της επαναστατολογίας∙ εκείνοι που είναι απολύτως ικανοποιημένοι και μαγεμένοι από τον εαυτό τους∙ εκείνοι που πλειοδοτούν σε αγωνιστικότητα και προσπαθούν να κρύψουν το υπερτροφικό Εγώ τους πίσω από τα εύκολα λογάκια που «θαμπώνουν» τα ακροατήρια.

 

Το μόνο ενθαρρυντικό, βέβαια, είναι ότι η πραγματικότητα δεν παίρνει χαμπάρι από «μαγικές λύσεις» και σχέδια επί χάρτου.

 


Αρέσει σε %d bloggers: