σχιζό metropolitans #6 – Ωάρια σε τιμή (βίαιης) ευκαιρίας

«Τα νέα πεδία εκμετάλλευσης που έχουν ανοίξει οι βιοτεχνολογικές εφαρμογές στην αναπαραγωγή (οι δανεικές μήτρες, το εμπόριο ωαρίων και βλαστοκυττάρων) δεν είναι διόλου ασύνδετα με τη σεξουαλική εκμετάλλευση των γυναικών, όπως ιδιαίτερα αυτή εντατικοποιήθηκε τις τρεις τελευταίες δεκαετίες στον πρώτο κόσμο. Δεν είναι μόνον ότι οι γυναίκες και στη μία και στην άλλη περίπτωση είναι σχεδόν τα ίδια πρόσωπα. Είναι και το ότι οι πελάτες, αρσενικοί και θηλυκοί (πορνοπελάτες από τη μια, και γυναίκες που απαιτούν απογόνους κατά παραγγελία από την άλλη), οι πρωταγωνιστές δηλαδή της υπόθεσης που τείνουμε να παραβλέπουμε, είναι από την ίδια μπάντα, στην πλειοψηφία τους πρωτοκοσκομικοί λευκοί των μεσαίων στρωμάτων καθοδηγούμενοι από τα αχαλίνωτα «θέλω» τους τα οποία έγιναν σήμα κατατεθέν της περιόδου των παχιών αγελάδων από τα 80’s κι έπειτα»1.

Όταν ακούει κάποιος πρώτη φορά πως η Ελλάδα είναι από τους μεγαλύτερους προορισμούς του αναπαραγωγικού τουρισμού, πως στην Ελλάδα υπάρχουν κυκλώματα που υποχρεώνουν καταναγκαστικά εκδιδόμενες σε ορμονοθεραπεία για να πουλήσουν τα ωάριά τους σε καθόλα νόμιμες κλινικές, οι οποίες μάλιστα έχουν πλήρη γνώση και στηρίζουν την όλη διαδικασία αγοράζοντας ωάρια από νταβατζήδες για εμφύτευση στις πρωτοκοσμικές πελάτισσές τους, είναι προφανές πως γεμίζει ερωτηματικά. Εμπόριο ωαρίων; Τι είναι αυτό; Εδώ και δεκάδες χιλιάδες χρόνια το ανθρώπινο είδος δεν αναπαραγόταν μέσω της φυσικής οδού χωρίς κανένα πρόβλημα, χωρίς καμία ανάγκη υποβοήθησης, σε βαθμό μάλιστα που κάποιοι ανησυχούσαν πως το ανθρώπινο είδος «θα κατακλύσει κάθε σπιθαμή της γης»; Μια νέα αγορά αναδύθηκε μέσα από τις έρευνες στη βιοτεχνολογία, έρευνες που από μόνες τους δεν θα μπορούσε να τις χαρακτηρίσει κανείς και ουδέτερες. Κάθε νέα αγορά, όμως, πρέπει να απαντήσει σε κάποια βασικά ερωτήματα. Ποιος και γιατί θα αγοράσει αυτό το προϊόν, ποιες ανάγκες καλύπτει; Ποιος και γιατί θα το φτιάξει αυτό το προϊόν; Και την απάντηση δεν θα δώσει η διαφήμιση ή η αίσθηση του ανικανοποίητου (αν και τέτοιοι μηχανισμοί δεν είναι ασήμαντοι), αλλά μάλλον η αναπροσαρμογή του συνόλου των κοινωνικών λειτουργιών με βάση το «νέο μοντέλο»: τον αυστηρό οικογενειακό προγραμματισμό που λέει πρώτα καριέρα και μετά παιδιά, τον πλήρη διαχωρισμό της σεξουαλικής διαδικασίας από την αναπαραγωγική διαδικασία, όπου τα παιδιά με χαρακτηριστικά κατά παραγγελία θα γίνουν κανόνας∙ όπου εργάτριες θα κυοφορούν τα άρια παιδιά των αφεντικών τους. Και φυσικά τη μαμή (πραγματική αυτή τη φορά, κατά τραγική σύμπτωση) θα την παίξει η βία, οι μαφίες και το κρατικοποιημένο έγκλημα. Η νέα αγορά θα γεννηθεί μέσα από τη γέννηση ενός νέου τύπου προλεταριάτου, που εκτός από την εργατική του δύναμη πουλάει και το ίδιο του το σώμα κομμάτι κομμάτι∙ μέσα από μια «νέα περίφραξη» του σώματος αυτή τη φορά.

Την Τετάρτη 6/4/11 πραγματοποιήθηκε στο Πολυτεχνείο η πολιτική εκδήλωση με τίτλο «Ό,τι θέλει ο πελάτης – η εκμετάλλευση των γυναικών στη νέα εγκληματική οικονομία των υπηρεσιών αναπαραγωγής», από την αυτόνομη πολιτική ομάδα γυναικών, μιγάδα. Η εισήγηση ασχολήθηκε με το εμπόριο ωαρίων στην Ελλάδα (μια υπόθεση άγνωστη για τους περισσότερους, η οποία ωστόσο είναι εξαιρετικά επικερδής για κάποιους) και με το πώς αυτό σχετίζεται με την καταναγκαστική πορνεία. Η συζήτηση που ακολούθησε τις εισηγήσεις περιστράφηκε γύρω από δύο άξονες. Ο πρώτος περιελάμβανε το κατά πόσο θα πρέπει να αντιμετωπίζεται η «εργασία» της πόρνης ως εργασία (ειδικά της καταναγκαστικά εκδιδόμενης που προσεγγίζει τα όρια της σκλαβιάς). Ενώ ο δεύτερος μίλαγε για τη σχέση της μαφίας με κάτι τόσο φαινομενικά καθαρό όσο είναι μια ιατρική κλινική γονιμότητας.

Η απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα αναζητήθηκε στους μηχανισμούς που μπήκαν σε κίνηση κατά τη γένεση του καπιταλισμού, στη λεγόμενη «πρωταρχική συσσώρευση». Στο κομμάτι του «Κεφαλαίου» όπου ασχολείται με την πρωταρχική συσσώρευση, ο Μάρξ μιλάει για την ανάδυση του προλεταριάτου στην Αγγλία, περιγράφοντας τη δίψα του κεφαλαίου για εργατική δύναμη∙ μια δίψα που ο πληθυσμός των τότε πόλεων δεν μπορούσε να σβήσει. Στη συνέχεια, περιγράφει την κλοπή των κοινοτικών γαιών και την περίφραξή τους. Την καταστροφή, δηλαδή, της κτηνοτροφικής και αγροτικής οικονομίας των χωριών της εποχής μέσω της περίφραξης και του σφετερισμού της βάσης της οικονομίας τους. Κάπως έτσι, οι πρώην αγρότες αναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν μαζικά προς τις πόλεις ως προγραμμένοι προλετάριοι, μην έχοντας πια τίποτα άλλο να πουλήσουν πέρα από την εργατική τους δύναμη.

Από αυτή τη διαδικασία, λοιπόν, ο Μάρξ συμπεραίνει τα ακόλουθα: «Στην παραπέρα πορεία της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής αναπτύσσεται μια εργατική τάξη που από αγωγή, παράδοση και συνήθεια αναγνωρίζει σαν αυτονόητους φυσικούς νόμους τις απαιτήσεις του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής… ο βουβός εξαναγκασμός των οικονομικών σχέσεων επισφραγίζει την κυριαρχία του κεφαλαιοκράτη πάνω στον εργάτη. Είναι αλήθεια πως εξακολουθεί να χρησιμοποιεί την εξωοικονομική, άμεση βία, μόνο όμως σαν εξαίρεση. Για τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ο εργάτης μπορεί να να αφεθεί στην επενέργεια των “φυσικών νόμων τις παραγωγής”, δηλ. την εξάρτησή του από το κεφάλαιο… Διαφορετικά έχει το ζήτημα τον καιρό της ιστορικής γένεσης της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής. Η κεφαλαιοκρατία που γεννιόταν χρειάζεται και χρησιμοποιεί την κρατική εξουσία για να “ρυθμίζει” το μισθό της εργασίας (σελ. 762)… «Οι μέθοδες αυτές στηρίζονται στην πιο ωμή βία, όπως είναι λχ. Το αποικιοκρατικό σύστημα. Όλες όμως χρησιμοποιούν την κρατική εξουσία, τη συγκεντρωμένη και οργανωμένη βία της κοινωνίας, για να επιταχύνουν σαν θερμοκήπιο το προτσές μετατροπής του φεουδαρχικού τρόπου παραγωγής σε κεφαλαιοκρατικό. Η βία είναι η μαμή κάθε παλιάς κοινωνίας που κυοφορεί μια καινούργια. Η ίδια η βία είναι οικονομική δύναμη (σελ. 776)».

Οι περισσότεροι από εμάς σηκώνονται κάθε πρωί για να πάνε για δουλειά και αυτό το κάνουμε γιατί δεν υπάρχει καμία άλλη διέξοδος. Είναι τέτοια η οικονομική πίεση που για το προλεταριάτο η συμμετοχή στο σύστημα είναι μονόδρομος. Τι γίνεται, όμως, όταν αυτή η καθιερωμένη οικονομική βία, αυτός ο «βουβός εξαναγκασμός των οικονομικών σχέσεων» δεν αρκεί; Στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την αναπαραγωγή του εργάτη ο καπιταλισμός έχει ανάγκη από μια εξωτερική βία που θα υποχρεώνει τους εργάτες να συνεχίζουν να παραμένουν τέτοιοι. Και φυσικά το ρόλο αυτό καλείται να τον παίξει το κράτος που διαθέτει το νόμιμο μονοπώλιο της βίας, ενώ ταυτόχρονα είναι και εγγυητής της ομαλότητας σε αυτήν την κοινωνία.

Αυτή, βέβαια, η διαδικασία (της βίαιης προλεταριοποίησης) δεν ήταν μια διαδικασία που έγινε και τελείωσε κάπου κάποτε∙ αυτή η διαδικασία είναι η βία μέσα από την οποία αναδύεται η σχέση κεφάλαιο και επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά, καθώς το κεφάλαιο και η καπιταλιστική σχέση επεκτείνονται. Η εν λόγω επέκταση αποτελεί μια συνεχή διαδικασία κατά τη διάρκεια της ιστορίας του καπιταλισμού και συμβαίνει τόσο κατά έκταση (καθώς ο καπιταλισμός φτάνει όλο και μακρύτερα σε όλο και πιο παρθένα εδάφη, μια διαδικασία που χαρακτήρισε την περίοδο της αποικιοκρατίας) όσο και προς το εσωτερικό, καθώς η εμπορευματική σχέση αρχίζει να αγγίζει όλο και περισσότερο όλους τους τομείς της ζωής των ανθρώπων.

Τι σημαίνει κάτι τέτοιο τώρα για το θέμα της συζήτησης; Όσον αφορά το ζήτημα της εργασίας της πόρνης, το επιχείρημα, δηλαδή, πως ποτέ μια γυναίκα δεν θα επέλεγε μόνη τον δρόμο της πορνείας, κάτω από αυτό το πρίσμα μοιάζει να χάνει το νόημά του. Αν η καθιερωμένη οικονομική βία είναι τέτοιας έκτασης προφανώς και ένα τέτοιο επάγγελμα θα επιλεγόταν «αυτοβούλως». Ας σκεφτεί κανείς, για παράδειγμα, την κατάσταση της γυναίκας σε μια χώρα που βρίσκεται υπό στρατιωτική κατοχή και με τον πληθυσμό της υπό εξόντωση. Παρόλ’αυτά στις δυτικές κοινωνίες μας, όπου μπορεί ο μισός (και βάλε) αντρικός πληθυσμός να ζητάει και να θεωρεί φυσιολογικό να υπάρχουν τέτοιου είδους «υπηρεσίες», αλλά δεν υπάρχει (ακόμη) τέτοιας έκτασης και έντασης οικονομική βία, γιατί μιλάμε ακόμη για την πόρνη ως εργάτρια; Μοιάζει εκ πρώτης όψεως απόλυτα λογικό το αντεπιχείρημα που λέει πως όταν βαφτίζεις τη βία και τον καταναγκασμό που δέχεται μια εξαναγκαστικά εκδιδόμενη ως «εργασία», τότε δίνεις πάτημα στο να αγνοείται η σκοτεινότερη των σκοτεινών κατάσταση των καταναγκαστικά εκδιδομένων γυναικών. Είναι όμως έτσι μόνο για όποιον δεν μπορεί να αντιληφθεί τον μηχανισμό χρήσης βίας, οικονομικής και εξωοικονομικής, σε σωστή αναλογία. Ο λόγος για τον οποίο συνεχίζουμε να μιλάμε για «εργασία» (χωρίς κανένα θετικό πρόσημο στη λέξη) είναι γιατί μόνο με αυτή τη λέξη γίνεται κατανοητή η σύνδεσή μας με αυτές τις γυναίκες∙ μια σύνδεση που εγγυάται πως η κατάστασή τους είναι και δικιά μας υπόθεση, πως οι εκμεταλλευτές τους είναι και δικοί μας, πως η ταξική μοίρα είναι μία και αφορά τους πάντες. Γιατί αλλιώς ο κίνδυνος ενός ανθρωπισμού που εύκολα ξεχνιέται θα ξεπροβάλλει όλο και πιο απειλητικός.

1 Το απόσπασμα προέρχεται από την εισήγηση της εκδήλωσης της μιγάδας, της ομάδας γυναικών ενάντια στις νέες πειθαρχήσεις, στην οποία αναφερόμαστε παρακάτω.


Αρέσει σε %d bloggers: