σχιζό metropolitans #6 – Όταν η ΜΑΒΗ πήγε «εκδρομή»

Το 1991 ήταν μια σημαδιακή χρονιά για την επιθετικότητα του ελληνικού κράτους. Τα «σοσιαλιστικά» καθεστώτα είχαν καταρρεύσει, αφήνοντας πίσω τους μια κοινωνική έρημο και μαζί τους είχαν καταρρεύσει όλοι αυτοί οι συσχετισμοί που ενέτασσαν όλα τα ζητήματα σε ένα ευρύτερο ψυχροπολεμικό κλίμα. Ο ψυχρός πόλεμος όμως είχε τελειώσει, η Ελλάδα ήταν από την μεριά των νικητών και ταυτόχρονα ήταν το μοναδικό κράτος σε απόσταση αναπνοής από αυτή τη νέα έρημο των Βαλκανίων. Ενώ ο εθνικισμός ξεκίναγε την επίθεσή του εναντίον της εργατικής τάξης στα Βαλκάνια, η Ελλάδα ένιωθε πως τώρα είναι η ευκαιρία να ολοκληρώσει ό,τι δεν μπόρεσε από την εποχή των βαλκανικών πολέμων και της ήττας στη Μικρά Ασία. Φυσικά, από τον όλο σχεδιασμό δεν θα μπορούσε να λείπει ποτέ και η υπόθεση της Αλβανίας. Ο ελληνικός ιμπεριαλισμός, εντός και εκτός των συνόρων, εκμεταλλεύτηκε κάθε ευκαιρία και τουλάχιστον μέχρι και μετά τα μισά της δεκαετίας του ’90 δούλευε την με κάθε μέσο επέκταση των ελληνικών συνόρων ή/και συμφερόντων στα Βαλκάνια. Ας μην ξεχνάμε, άλλωστε, πως ήταν η εποχή των μακεδονικών συλλαλητηρίων και των ανοιχτών δηλώσεων για πολεμική επέκταση των συνόρων. Προς το τέλος της δεκαετίας του ’90 η κατάσταση είχε αρχίσει να αλλάζει, καθώς διεθνείς σχηματισμοί είχαν αρχίσει να παγιώνουν τα συμφέροντά τους στην περιοχή. Η Ελλάδα δεν θα μπορούσε να συνεχίσει να παίζει τον μοναχικό επιθετικό της ρόλο, γι’ αυτό και συνέδεσε τις επεκτατικές επιδιώξεις της με αυτούς τους διεθνείς σχηματισμούς, συμμετέχοντας όλο και πιο ενεργά στους διάφορους στρατούς κατοχής (τις λεγόμενες «ειρηνευτικές δυνάμεις») προσδοκώντας πάντα στην αναβάθμιση του ρόλου της στην ευρύτερη γειτονιά.

Καθόλου παράξενο, λοιπόν, που σε συνέντευξη τύπου στις 14 Ιουλίου 1993 ο τότε πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Μητσοτάκης ανακοίνωσε τα έξι σημεία για τη «βελτίωση» των σχέσεων της Ελλάδας με την Αλβανία, με το έκτο από αυτά να ζητάει τη σύνδεση του καθεστώτος της ελληνικής μειονότητας στην Αλβανία με το αλβανικό αίτημα της παραχώρησης αυτονομίας από τους Σέρβους στους Αλβανούς του Κοσόβου. Δηλαδή η Ελλάδα βγήκε ανοιχτά και επίσημα και ζήτησε την απόσχιση της Νότιας Αλβανίας, την αυτονομία της κι αν όλα πάνε καλά την ένωσή της με την Ελλάδα. Δηλαδή το ελληνικό κράτος έθετε ανοιχτά θέμα επέκτασης των χερσαίων συνόρων του εις βάρος των βαλκάνιων γειτόνων. Ήδη, όμως, από το 1991 οι ελληνικές μυστικές υπηρεσίες αλώνιζαν στη Νότια Αλβανία προσπαθώντας να οργανώσουν ένα εθνικιστικό κίνημα που θα εξωθούσε σε μια πολεμική αναμέτρηση με την Αλβανία ενώ την προσωρινή αυτονομία θα την εξασφάλιζε η εισβολή του ελληνικού στρατού. Και αυτό σήμαινε λεφτά με τη σέσουλα που έφευγαν από τα ταμεία της ΕΥΠ προς διάφορους φασίστες της ελληνικής μειονότητας στην Αλβανία, οι οποίοι εκτελώντας το «πατριωτικό καθήκον» τους πλούτιζαν εύκολα και γρήγορα.

Οι οργανώσεις των Ελλήνων στην Αλβανία, όπως η Ομόνοια ή η Συντονιστική Φοιτητική Ένωση Βορειοηπειρωτικού Αγώνα (ΣΦΕΒΑ) που ελεγχόταν από την εκκλησία, από την ίδρυση τους ή σχεδόν από την ίδρυση τους, δρούσαν σαν όργανα της ΕΥΠ και σκοπός τους ήταν να υποδαυλίζουν εντάσεις που θα κατέληγαν στην απόσχιση. Η Ομόνοια έφτιαξε καταλόγους στους οποίους συμπεριέλαβε άτομα με «εθνικά ορθά συναισθήματα» και τα οποία εξόπλισε σιγά σιγά με κυνηγετικά όπλα. Κάποιοι από αυτούς τους «εθνικά ορθούς» πέρναγαν τα σύνορα και στο Μέτσοβο εκπαιδεύονταν στρατιωτικά από αξιωματικούς του στρατού και της ΕΥΠ. Το παραστρατιωτικό αυτό σώμα, στα χνάρια των σερβοφασιστών της Βοσνίας, θα εξαπέλυε αντάρτικο στο εσωτερικό της Αλβανίας και προφανώς θα οργάνωνε εθνοκάθαρση.

Μέσα σε αυτά τα πλαίσια έδρασε και το Μέτωπο Απελευθέρωσης Βορείου Ηπείρου, η γνωστή ΜΑΒΗ. Συγκεκριμένα, στις 10 Απριλίου του ’94 μια ομάδα παραστρατιωτικών ξεκίνησε από το Ελληνικό έδαφος και επιτέθηκε στο αλβανικό στρατιωτικό φυλάκιο στην Επισκοπή όπου και σκότωσε έναν Αλβανό λοχαγό και έναν φαντάρο, τραυμάτισε άλλους τέσσερις και άρπαξε όσα όπλα μπόρεσε. Το ελληνικό κράτος κατηγόρησε την Αλβανία για προβοκάτσια και ως «αντίποινα» άρχισε επιχειρήσεις σκούπα απελαύνοντας αλβανούς εργάτες. Την ευθύνη για την προαναφερθείσα «επιχείρηση» ανέλαβε η ΜΑΒΗ με προκήρυξη που έστειλε στις εφημερίδες και στην οποία κατέληγε: «καλείται ο Ελληνικός Στρατός να είναι έτοιμος. Είμαστε αποφασισμένοι, αντί να ξεριζωθούμε να μείνουμε στα ελεύθερα χαρακώματά μας και εκεί πολεμώντας να περιμένουμε να έρθει ο Ελληνικός Στρατός».

Ένα χρόνο μετά, τον Μάρτη του ’95 η ΜΑΒΗ προσπάθησε να επαναλάβει την επίθεσή της. Πέρασε τα σύνορα και πλησίασε σε ένα αλβανικό στρατιωτικό φυλάκιο στον Λόγγο, αλλά τα φασιστοκαθάρματα έγιναν αντιληπτά και επέστρεψαν γρήγορα στην ελληνική μεριά των συνόρων όπου λίγο αργότερα έπεσαν σε τυχαίο μπλόκο της Ελληνικής Αστυνομίας. Πάνω τους βρέθηκαν πολλά καλάσνικοφ, πιστόλια, μαχαίρια κλπ και συνελλήφθησαν εφτά, μεταξύ των οποίων ένας έφεδρος αξιωματικός και ένας πρώην αστυνομικός. Σάλος προκλήθηκε στην Ελλάδα με τις συλλήψεις και η κυβέρνηση έδωσε εντολή «να βγουν όλα στο φως».

Ο συλληφθέντες αρχικά προφυλακίστηκαν. Το σόου, βέβαια, που στήθηκε στο δικαστήριο αποτελεί πραγματικό μνημείο της κατάντιας του εθνικού κορμού, όπου πολιτικοί όλου του φάσματος και προσωπικότητες πέρναγαν από το δικαστήριο για να εγγυηθούν για τους κατηγορούμενους και να ζητήσουν την απελευθέρωσή τους γιατί επρόκειτο για «πατριώτες που κατηγορούνται άδικα». Αξίζει να αναφερθεί η περίπτωση του φασίστα Μάκη Βορίδη που έδωσε άλλοθι στους κατηγορούμενους για την επίθεση στην Επισκοπή, λέγοντας πως βρίσκονταν στο ιδρυτικό συνέδριο του κόμματός του, του Ελληνικού Μετώπου. Στη δίκη, ο διοικητής της αστυνομίας Ιωαννίνων (του τμήματος όπου οδηγήθηκαν κατά τη σύλληψή τους, δηλαδή) δήλωσε: «Είχαν πει ότι πήγαιναν εκδρομή. Πιστεύω ήταν καλοί άνθρωποι, από τον τρόπο που αντέδρασαν το συμπεραίνω. Είναι πατριώτες, δεν μπορώ να φανταστώ ότι θα τα χρησιμοποιούσαν (τα όπλα) για κακό σκοπό». Τον Μάρτιο του ’96 με πρόταση του εισαγγελέα εφετών Ε. Πάτση, οι κατηγορίες μετατράπηκαν σε πλημμελήματα και αποφυλακίστηκαν, ενώ τον Φεβρουάριο του ’97 οι κατηγορίες μετατράπηκαν απλώς σε οπλοκατοχή και πήραν κάποιες ελάχιστες ποινές με ανασταλτικό χαρακτήρα.

Στη συνέχεια, οι άνθρωποι της ΜΑΒΗ κυκλοφορούν ελεύθερα και δρουν εντός και εκτός των συνόρων της Ελλάδας. Είναι τόσο χαλαροί μάλιστα που δίνουν και συνεντεύξεις, με την ιδιότητα του μέλους της ΜΑΒΗ, σε δημοσιογράφους. Σε μια τέτοια συνέντευξη ένας δήλωσε:

-Ποιος ήταν ο στόχος αυτών των ενεργειών; Γιατί χτυπούσατε στρατόπεδα;

-Την εποχή εκείνη, όπως θα θυμάστε, δρομολογούνταν η πλήρης κατάργηση του εμπολέμου με την Αλβανία και η αναγνώριση των συνόρων, που έγινε τελικά το 1996 με το σύμφωνο φιλίας. Χτυπώντας στρατιωτικά φυλάκια κοντά στη μεθόριο θέλαμε να δείξουμε ότι τα υφιστάμενα σύνορα δεν είναι καθόλου δεδομένα (…)1

-Ήσασταν εκπαιδευμένοι στα όπλα;

-Βεβαίως, Εγώ και κάποιοι από τους άλλους που πήραμε μέρος στις επιχειρήσεις της Επισκοπής και του Λόγγου, είχαμε εκπαιδευτεί επί έξι μήνες στην Κύπρο. Η εκπαίδευση γινόταν στο Σταυροβούνι όπου έδρευε η 33η μοίρα καταδρομών, και την ευθύνη την είχε Έλληνας ταγματάρχης. Ήταν πολύ σκληρή. Εκπαιδευόμασταν στον ανορθόδοξο πόλεμο, στα όπλα, στα εκρηκτικά (…)2.

Ενώ ένα άλλο μέλος της ΜΑΒΗ σε συνέντευξή του λέει ότι «Βορειοηπειρώτες νέοι εκπαιδεύονταν στα όπλα στην 33η μοίρα καταδρομών στην Κύπρο και ήταν συνδεδεμένοι με απομεινάρια της ΕΟΚΑ και αυτό ήταν σε γνώση της τότε πολιτικής ηγεσίας των ενόπλων δυνάμεων, αλλά και των μυστικών υπηρεσιών»3. Την ίδια στιγμή Βορειοηπειρώτες εισάγονταν στη σχολή μονίμων υπαξιωματικών στην Ελλάδα και προετοιμάζονταν για ενδεχόμενο ένοπλο κίνημα.

Έτσι, λοιπόν∙ τα φασιστικά αυτά σκυλιά εκπαιδεύονταν από το ελληνικό κράτος στον ανορθόδοξο πόλεμο και τη χρήση εκρηκτικών. Το τελευταίο γνωστό χτύπημα της ΜΑΒΗ πραγματοποιήθηκε το 2001 στην Αθήνα, στο Περιστέρι. Τότε, πράκτορες της ΜΑΒΗ πέταξαν χειροβομβίδα σε ταβέρνα όπου γινόταν εκδήλωση του έλληνα βουλευτή στην Αλβανία (με το σοσιαλιστικό κόμμα Αλβανίας), Βαγγέλη Τάβου. Η χειροβομβίδα έσκασε έξω, στην αυλή της ταβέρνας, χωρίς να τραυματιστεί κανείς. Οι εφημερίδες αναφέρθηκαν στο περιστατικό με μονόστηλα που μίλαγαν για «ξεκαθάρισμα λογαριασμών της νύχτας» και η όλη υπόθεση γρήγορα ξεχάστηκε.

Καλά όλα αυτά, αλλά γιατί να εκδοθεί, εν έτει 2010, ένα βιβλίο όπου ανοιχτά και ξάστερα υποστηρίζεται πως το ελληνικό κράτος εκπαίδευε και χρηματοδοτούσε φασίστες παραστρατιωτικούς για να εκπληρώνουν το δολοφονικό τους έργο εντός και εκτός των συνόρων, ενώ ταυτόχρονα παρουσιάζονται οι πολεμικές και επιθετικές προετοιμασίες των ελληνικών μυστικών υπηρεσιών; Μια εξήγηση είναι πως σήμερα το ελληνικό κράτος ασχολείται λιγότερο με τις υποθέσεις του στα βόρεια σύνορα και περισσότερο με τις βλέψεις του αλλού. Μια άλλη εκτίμηση είναι πως το βιβλίο αυτό γράφτηκε για να εξυπηρετήσει διαμάχες στο εσωτερικό των μυστικών υπηρεσιών, «καίγοντας» κάποιους και αναδεικνύοντας κάποιους άλλους. Το μόνο σίγουρο πάντως είναι πως ελάχιστα αυτιά θα ίδρωναν στον ελληνικό χώρο ακούγοντας τη λεπτομερή παρουσίαση της πολεμικής προετοιμασίας του κράτους, αφού για τη συντριπτική πλειοψηφία των κρετίνων του ελληνικού εθνικού κορμού τα πράγματα είναι ληγμένα εδώ και πολύ καιρό. Άλλωστε γι’ αυτούς η Ελλάδα είναι «ένα κράτος σε άμυνα που το επιβουλεύονται οι κακοί γείτονες».

1 Σταύρος Τζίμας, «Στον αστερισμό του εθνικισμού», Εκδόσεις Επίκεντρο, 2010, σελ. 134.

2 Σταύρος Τζίμας, ό.π. σελ. 136.

3 Σταύρος Τζίμας, ό.π., σελ. 142.


Αρέσει σε %d bloggers: