σχιζό metropolitans #7 – Εκπαιδευτική εκδρομή στον κήπο με τα νομοσχέδια

Για άλλη μια φορά ένας νόμος για την εκπαίδευση εξαγγέλλεται και ψηφίζεται. Ένας νόμος που, για άλλη μια φορά, τάχα θα λύσει τα ζητήματα της «εκπαιδευτικής κρίσης». Η περίοδος επανάληψης αυτού του σόου είναι, πιστεύουμε, μια φορά ανά τρία χρόνια (λίγο πάνω, λίγο κάτω). Πάντως με βασανιστική ακρίβεια ο ένας μετά τον άλλο οι υπουργοί Παιδείας εξαγγέλλουν νομοσχέδια και νόμους-πλαίσια που, βαπτισμένα με το όνομά τους, υποτίθεται πως θα φέρουν τη ριζική αναμόρφωση του εκπαιδευτικού συστήματος που με τη σειρά της θα δώσει τέλος στα «κακώς κείμενα» της ελληνικής εκπαίδευσης και θα ανοίξει τον δρόμο για μια «ευρωπαϊκού τύπου εκπαίδευση». Το κάθε «ριζικό» νομοσχέδιο έχει, βέβαια, ζωή μέχρι το επόμενο…

Υπάρχει, όμως, και κάτι στο οποίο συμφωνούν απόλυτα οι διάφορες κυβερνήσεις και οι υπουργοί εδώ και 30 χρόνια: το εκπαιδευτικό σύστημα βρίσκεται σε κρίση. Το πρόβλημα βρίσκεται στο να προσδιοριστεί τι είδους είναι αυτή η κρίση, πού οφείλεται και πώς αντιμετωπίζεται. Και δεδομένης της συχνότητας εμφάνισης των «ριζικών νομοσχεδίων», το κράτος δεν μοιάζει και τόσο έτοιμο να απαντήσει στα ερωτήματα που το ίδιο θέτει και το βασανίζουν. Γιατί, πράγματι, έχουν δίκιο οι διάφοροι κρατικοί μηχανισμοί. Το εκπαιδευτικό σύστημα βρίσκεται όντως σε κρίση (όπως άλλωστε και όλος ο κόσμος γύρω του) και για την ακρίβεια εδώ και 30 χρόνια παραπαίει από κρίση σε κρίση .

Το τέλος του κράτους προσόδου είναι η αυγή της στρατιωτικής διαχείρισης

Το περίφημο «δημόσιο δωρεάν πανεπιστήμιο», δηλαδή το κρατικό πανεπιστήμιο, είναι και αυτό μέρος ενός ευρύτερου κύκλου που είναι γνωστός ως το «κοινωνικό κράτος». Το κοινωνικό κράτος, τώρα, η κυρίαρχη αφήγηση το θέλει να είναι οι «κατακτήσεις των αγώνων», «τα κεκτημένα ενός αιώνα». Πρόκειται, όμως, για μια συνθήκη που ξεπήδησε από την κρίση της δεκαετίας του ’30 ως ένας μετασχηματισμός του κράτους μπροστά στα επαναστατικά κινήματα της εποχής. Ένας μετασχηματισμός που έβαζε όρια στην οικονομία του φιλελευθερισμού και του «laissezfaire, laissezpasser», με το κράτος να παρεμβαίνει ως συλλογικός καπιταλιστής για να διαχειριστεί το «χάος» της οικονομίας ενάντια στις κρίσεις (είτε αυτές ήταν οικονομικές, είτε επαναστατικές). Έτσι, το κράτος ανέλαβε ένα μέρος του μισθού των εργατών, τον έμμεσο μισθό, που δινόταν με τη μορφή διάφορων «κρατικών παροχών» (παροχές υγείας και παιδείας, συντάξεις, επιδόματα ανεργίας, εργατικές κατοικίες). Έτσι, το κράτος μέσω της τριπλής συμμαχίας κράτους, αφεντικών και κρατικής αριστεράς μετατράπηκε σε κράτος-σχέδιο. Σε έναν μηχανισμό, δηλαδή, χάρη στον οποίο μπορούσε να εποπτεύει το σύνολο της καπιταλιστικής σχέσης στην επικράτειά του.

Οι συγκεκριμένες «παροχές» του επέτρεπαν από τη μία να μπορεί να ασκήσει μια αντικυκλική πολιτική που θα εγγυόταν ένα περιβάλλον σταθερότητας για τις επιχειρήσεις και από την άλλη του έδιναν τον άμεσο έλεγχο στο είδος και την ποιότητα ενός μεγάλου μέρους της κατανάλωσης της εργατικής τάξης. Το κράτος «παρείχε» υγεία, παιδεία, συντάξεις, αλλά «παρείχε» αυτήν την υγεία, αυτήν την παιδεία, αυτές τις συντάξεις σε ποσότητα και ποιότητα, φράζοντας παράλληλα τον δρόμο σε κάθε εναλλακτική. Στο εξής, όποιος είχε μια διαφορετική γνώμη για την εκπαίδευση θα καταγγελλόταν από το ΚΚΕ ως «εχθρός του δημόσιου και δωρεάν σχολείου».

Το «κοινωνικό κράτος», λοιπόν, (και μαζί του το εκπαιδευτικό σύστημα), καταρρέει, από την μία από την έλλειψη πόρων που του επιβάλλει η κρίση και από την άλλη, και αυτό είναι το σημαντικό, από την έλλειψη νοήματος. Για να το πούμε αλλιώς, αδυνατεί, εμπράκτως, να λειτουργήσει σύμφωνα με τους σκοπούς για τους οποίους δημιουργήθηκε. Όσο περνάνε τα χρόνια, όλο και λιγότεροι από τη μεριά των αφεντικών και του κράτους νοιάζονται να δώσουν λεφτά για να διασώσουν κάτι που όλο και περισσότερο τούς είναι άχρηστο. Κι έτσι τελειώνει σιγά σιγά και ο μύθος της «δημόσιας και δωρεάν παιδείας», με το κράτος να αναδιπλώνει τον «κοινωνικό» χαρακτήρα του συντεταγμένα πίσω από τους μπάτσους και τον στρατό.

Καμία επιστροφή στο παρελθόν

Παρόλ’ αυτά, τα διάφορα κομμάτια της αριστεράς την έχουν έτοιμη τη συνταγή τους κάθε φορά που βρίσκονται μπροστά σε άλλον ένα νόμο-πλαίσιο για την εκπαίδευση. Καταγγέλλονται ένα ένα τα άρθρα του νομοσχεδίου και στο τέλος πέφτουν τα συνθήματα: κάτω ο νόμος τάδε (εδώ κολλάει το όνομα του εκάστοτε υπουργού), «όλοι στους δρόμους», κ.λ.π. Όλοι στους δρόμους ναι, αλλά γιατί; Επειδή γυρνάμε πίσω στον μεσαίωνα, όπως μας λένε; Μα πότε ο καπιταλισμός γύρισε προς τα πίσω; Ο καπιταλισμός κινείται μόνο προς τα μπροστά, κι αν εμείς δεν μπορούμε να καταλάβουμε τις λογικές προεκτάσεις των σημερινών συνθηκών οι ίδιες οι συνθήκες δεν θα μας κάνουν τη χάρη να μας περιμένουν. Ακόμα κι αν δεν μπορούμε να δούμε το απώτερο μέλλον, σίγουρα θα πρέπει να δούμε το εξής: το κράτος μετασχηματίζεται μέσα στην κρίση για να ανταπεξέλθει στον διπλό του πόλεμο. Από την μία κατά της εργατικής τάξης και από την άλλη ενάντια στα υπόλοιπα κράτη μέσα στα πλαίσια του ενδοκαπιταλιστικού ανταγωνισμού. Να γιατί αυτή τη «διατήρηση των κεκτημένων» για την οποία παλεύει η αριστερά, μόνο η ίδια μπορεί να τη θέλει (μπας και συντηρήσει τον ρόλο της ως διαπραγματευτή και μεσολαβητή μεταξύ της βάσης της και του κράτους).

Μας φαίνεται, λοιπόν, πως δεν υπήρχε καμία άλλη ανάγκη για την κατάργηση του ασύλου από την Διαμαντοπούλου πέρα από το να θαφτεί και επίσημα το (ήδη από καιρό κακοφορμισμένο) πτώμα του. Και δεν μπορεί να περιμένει κανείς πως τη στιγμή που το κράτος ετοιμάζεται να ξεκαθαρίσει τους τελευταίους του λογαριασμούς θα παραχωρήσει κιόλας στους αντιπάλους του «ουδέτερα εδάφη». Στην πόλη που υπάρχει η πλατεία του Αγίου Παντελεήμονα δεν μπορεί να υπάρχει ταυτόχρονα και άσυλο…

Η πάλη ενάντια στον αναλφαβητισμό

Η μεριά του κομμουνισμού θεωρούσε πάντα την πάλη κατά του αναλφαβητισμού ως μια από τις κεντρικές της υποθέσεις. Από τις απαρχές του κινήματος, οι διαδικασίες μόρφωσης, αυτομόρφωσης και ίδρυσης σχολείων εντάσσονταν στις επιδιώξεις του. Τέτοια ήταν και τα σχολεία του Φερέρ στην Ισπανία, σε μια εποχή που η παιδεία ήταν αποκλειστικά για γόνους αστών και βρισκόταν στα χέρια των παπάδων. Και ο λόγος ήταν απλός: γιατί αν κάποιος δεν μάθαινε να διαβάζει, αν δεν μπορούσε να ενημερωθεί, αν δεν μπορούσε να ακούσει τις σκέψεις και τις θέσεις του κινήματος που έρχονταν από μακριά, μια ζωή θα τον κορόιδευαν οι παπάδες και τα αφεντικά του. Πώς θα οργανωνόταν ένα μαζικό κίνημα κάτω από τέτοιες συνθήκες; Γι’ αυτό και τα κινήματα πάλευαν πάντα για σχολεία και σχολές ανοικτές στην εργατική τάξη. Για παιδεία που θα είναι κάτι παραπάνω από όχημα για την αναπαραγωγή της άρχουσας τάξης.

Μπορεί τα ποσοστά αναλφαβητισμού (στην Ελλάδα τουλάχιστον) να έχουν πέσει σημαντικά, όμως ο αγώνας αυτός δεν μπορεί να θεωρηθεί πως έχει σταματήσει. Τη στιγμή, μάλιστα, που από το σύνολο σχεδόν της ελληνικής κοινωνίας δεν μπορείς να ακούσεις να συζητιέται κάτι άλλο πέρα από την μπάλα, τα ρούχα και το τι έπαιξε χτες στην τηλεόραση. Αυτή η οπτική δεν είναι δυνατό να περιοριστεί στο οποιδήποτε «νέο μέτρο», είτε αυτό αφορά τα δίδακτρα, είτε την αγορά βιβλίων, είτε τις πανελλήνιες, είτε το ν+2, το 2ν, τις κατατακτήριες, τα μαθήματα αλυσίδες, τη βάση του 10 ή ό,τι άλλο αντίστοιχο έχει ακουστεί τον τελευταίο καιρό. Η πρόσβαση της εργατικής τάξης στα βιβλία και τις βιβλιοθήκες αυτής της κοινωνίας παραμένει ακόμα ένα ζητούμενο που πρέπει η ίδια να το διεκδικεί με τσαμπουκά.

Για ποιο πανεπιστήμιο;

Θα μπορούσε να αναρωτηθεί κάποιος «ναι, αλλά τι σχέση έχουν τα παραπάνω με το πανεπιστήμιο και τους νόμους του;». Τι σχέση έχει η πάλη ενάντια στον σύγχρονο αναλφαβητισμό με αυτό το πανεπιστήμιο∙ με αυτόν τον μηχανισμό της πιο μαζικής παραγωγής ηλιθίων και ανίκανων σε αυτήν την κοινωνία; Γιατί να διεκδικήσει η εργατική τάξη μια θέση σε αυτή την κοροϊδία, και μάλιστα με τσαμπουκά, τη στιγμή που η «γνώση» έχει στερέψει στα ντουβάρια του πανεπιστημίου; Τη στιγμή δε που (κάτι που το παραδέχονται και οι πάντες άλλωστε) αυτή είναι και η ουσία της λεγόμενης «εκπαιδευτικής κρίσης»; Γιατί να παλέψει η εργατική τάξη για ένα πανεπιστήμιο πάρκινγκ ανέργων, ονειρώξεων καριέρας και προδομένων γονεϊκών επιθυμιών; Οι φοιτητές της εργατικής τάξης ξέρουν πολύ καλά πως υπάρχουν ταξικοί διαχωρισμοί και μέσα στον ίδιο τον μηχανισμό του πανεπιστημίου που θα χωρίσουν την ήρα από το σιτάρι και που θα τους πετάξουν έξω. Γιατί δεν είχαν καλούς βαθμούς, γιατί δεν έδειχναν ενδιαφέρον για τα μαθήματα, γιατί δεν είχαν διασυνδέσεις, γιατί δεν είχαν πατέρα με στρωμένη δουλειά…

Ε λοιπόν όχι∙ δεν υπάρχει τίποτα να υπερασπιστεί κανείς σε αυτό το πανεπιστήμιο. Αυτό το πανεπιστήμιο είναι απλώς η έδρα του ιερατείου του σύγχρονου παπαδαριού με τις λευκές ποδιές. Είναι τα νέα μοναστήρια που βλέπουν την αλήθεια, όχι πια στη Βίβλο, αλλά στην αναντίρρητη αλήθεια της σχεδιασμένης έρευνας, της ψυχολογιοποίησης, της κοινωνίας ως μαθηματικό μοντέλο, της ιστορίας ως ιστορίας του έθνους, της ταύτισης των φυσικών επιστημών με τον πιο αφελή θετικισμό, των επιχορηγήσεων των πολεμικών βιομηχανιών. Αυτό, βέβαια, καθόλου δεν σημαίνει ότι θα πρέπει να αφεθούν τα πανεπιστήμια στην ησυχία τους. Κάθε άλλο. Θα πρέπει να οργανωθεί ένα πραγματικό φοιτητικό κίνημα (όχι σαν αυτά που εμφανίζονται κάθε μερικούς χειμώνες για να εξαφανιστούν εκεί γύρω στις φοιτητικές εκλογές), το οποίο να διεκδικήσει τον έλεγχο των πανεπιστημίων. Να έχει γνώμη και λόγο πάνω στον τρόπο παραγωγής, το νόημα και την κατεύθυνση της γνώσης, καθώς και τη συνολική εργασία που πραγματοποιείται εντός αυτών των χώρων. Και σε καμία περίπτωση όλα αυτά δεν θα γίνουν με τα «κάτω ο νόμος τάδε, αλλά με μια σκληρή κριτική των φοιτητών πάνω στο αντικείμενο σπουδών τους και μια αυτοκριτική για τον ρόλο τους ως επιστήμονες σε αυτήν την κοινωνία. Ουτοπία; Ίσως. Έχουν υπάρξει, όμως, στην ιστορία «κόκκινα πανεπιστήμια»∙ και με αυτό δεν εννοούμε κτήρια γεμάτα κνίτες «πρώτους στη δουλειά και πρώτους στον αγώνα» που κατάπιναν τις βλακείες του κάθε προφέσορα αμάσητες.

Γιατί τα πτυχία δεν παράγουν αξία

Κάπου εδώ πρέπει να ξεκαθαριστεί κάτι. Από τη στιγμή που μιλάει κανείς για την επανακατάκτηση του ελέγχου της γνώσης από την εργατική τάξη, από τη στιγμή που μιλάει για γνώση ανοιχτή στο σύνολο της εργατικής τάξης χωρίς περιορισμούς και φραγμούς, είναι αδύνατον να μιλάει ταυτόχρονα και για «πτυχία με αξία και όχι διαβατήρια για την ανεργία». Από τη στιγμή που οι πόρτες μένουν πάντα ανοιχτές και για όλους, τότε και τα πτυχία δεν θα έχουν και καμία «αξία». Και τι είναι, τέλος πάντων, αυτό το σύνθημα που συνοδεύει όλες τις φοιτητικές πορείες; Αφού από τη μια οι γόνοι των αφεντικών δεν έχουν ανάγκη κανένα πτυχίο με αξία, μιας και θα αναπαραχθούν ως τάξη απλώς και μόνο κληρονομώντας το χρήμα των γονιών τους και στο κάτω κάτω, αν δεν πάνε καλά οι «αξίες» των ελληνικών πανεπιστημίων τα φτύνουν κιόλας και φεύγουν για σπουδές σε κάποιο «Harvard», όπου θα κάνουν και τις απαραίτητες γνωριμίες με την παγκόσμια αφρόκρεμα του χρήματος. Από την άλλη, οι φοιτητές της εργατικής τάξης ξέρουν (ή θα έπρεπε να ξέρουν) καλά πως θα βρουν τις πόρτες κατάμουτρα κλειστές και πως δεν υπάρχει καμία διέξοδος γι’ αυτούς (εκτός κι αν χάσουν πλήρως την αξιοπρέπειά τους για να διεκδικήσουν μια επί πτωμάτων ανέλιξη, που θα παραμένει πάντα αμφίβολη και δεν θα αφορά παρά ελάχιστους).

Είναι οι γόνοι των μικροαστών, των διάφορων υπαλληλικών και επιστημονικών μεσοστρωμάτων που κρέμονται από το πτυχίο του πανεπιστημίου για να αναπαραχθούν ως τάξη∙ για να παραλάβουν τη θέση εργασίας από τον μπαμπά, μαζί και το πελατολόγιο που θα διευκολύνει την αρχή της καριέρας τους . Ο γιος του λογιστή θα γίνει λογιστής μόνο αν καταφέρει να τελειώσει την αντίστοιχη σχολή. Τέτοια είναι η θέση του μικροαστού, αμφίβολη. Οπότε, η «αξία» του πτυχίου είναι γι’ αυτούς μια κάποια λύση…

Άρα τι δουλειά έχουν τώρα οι φοιτητές της εργατικής τάξης με τέτοια συνθήματα; Καμία. Τα πτυχία θα απαξιωθούν και κανείς δεν πρέπει να τα κλάψει. Γιατί για την εργατική τάξη η μόνη «αξία» που έχει κάποιο νόημα είναι η αξία χρήσης. Η αξία, δηλαδή, που θα διέθετε μια αυτοοργανωμένη και αυτομορφωτική δομή∙ μια δομή πραγματικά χρήσιμη για τα συμφέροντα και τους σκοπούς της εργατικής τάξης.

Συμβολή στη συγκρότηση μιας ένοπλης γνώσης

Το παρακάτω απόσπασμα από το βιβλίο «Μαρξισμός και επιστήμες»,Νεφέλη 2010,σελ. 339-341 μιλάει για μια «μακρινή» εποχή, αλλά και για μια «κοντινή» αναγκαιότητα∙ της αναγκαιότητας να πάρουν οι «από κάτω» τη γνώση στα χέρια τους και να την κάνουν εργαλείο που ελέγχουν οι ίδιοι:

«Ήδη από τον πρώτο καιρό μετά την επανάσταση, ο Λένιν έχει θέσει ως πολιτικό στόχο υψίστης προτεραιότητας να προσχωρήσουν στις τάξεις των μαρξιστών αξιόλογοι εκπρόσωποι των επιστημόνων και των τεχνικών. (…) Ταυτόχρονα επιμένει στην διατήρηση των προεπαναστατικών ιδρυμάτων και ιδίως της Ακαδημίας Επιστημών. Έχουν όμως αρχίσει να αναπτύσσονται, προπαντώς στα πανεπιστήμια, οι πρώτες έντονες αντιθέσεις και διαμάχες. Οι νεαροί μπολσεβίκοι που επιστρέφουν από τις μάχες ενάντια στους Λευκούς και εντάσσονται στις διάφορες βαθμίδες της εκπαίδευσης για να αρχίσουν ή να συνεχίσουν τις σπουδές τους, αρνούνται να δεχθούν ως καθηγητές «εχθρούς της επανάστασης». Η κατάσταση αυτή επιταχύνει τις διαδικασίες συγκρότησης νέων θεσμών. Ήδη από το 1921 ιδρύεται το «ινστιτούτο Κόκκινων καθηγητών» και αναπτύσσεται, τυπικά ή άτυπα, ένα εκτεταμένο δίκτυο κομμουνιστικών ιδρυμάτων με σκοπό την εκπαίδευση νέων φιλικών προς την Επανάσταση επιστημόνων. (…) Από τον κύκλο αυτό γεννήθηκε και η ιδέα της «προλεταριακής κουλτούρας» (proletkult), κινήματος που σε σύντομο χρονικό διάστημα αυτονομήθηκε από τον νεοσύστατο κρατικό μηχανισμό και αύξησε σημαντικά την επιρροή του. Προβλήθηκε, κυρίως από τον Bogdanov, η άποψη ότι η εργατική τάξη όφειλε όχι μόνο να δημιουργήσει την δική της τέχνη και επιστήμη αλλά και να διαμορφώσει τους δικούς της οργανικούς διανοούμενους με τον τρόπο που αυτή θα επέλεγε. Για αυτό το σκοπό δεν αρκούσε να έχουν πρόσβαση στα εκπαιδευτικά ιδρύματα τα πλατιά λαϊκά στρώματα, έπρεπε να μεταλλαχθεί ο αστικός χαρακτήρας της επιστήμης, η οποία ήταν και θα παρέμενε απαραίτητο στοιχείο μιας σοσιαλιστικής κοινωνίας. Ο Λένιν, ο οποίος διαχώριζε σαφώς την επιστημονική γνώση από την ιδεολογία, διέκρινε στις νέες αυτές απόψεις τον κίνδυνο της διάλυσης των επιστημονικών θεσμών, και με δική του πρωτοβουλία τόσο το κόμμα όσο και η κυβέρνηση προχώρησαν σε μέτρα που περιόρισαν την οργανωτική αυτονόμηση της «προλεταριακής κουλτούρας» και οδήγησαν σύντομα στην διάλυσή της».


Αρέσει σε %d bloggers: