σχιζό metropolitans #7 – Προλεταριακά ψώνια στους φλεγόμενους βρετανικούς δρόμους

«-Συνδέονται οι λεηλασίες με τη φτώχεια;

-Όχι με άμεσο τρόπο. Η πλειοψηφία δεν κλέβει από ανάγκη, αλλά απλώς επειδή μπορεί να το κάνει. Το ότι πολλοί από αυτούς προέρχονται από υποβαθμισμένες γειτονιές έχει πρώτα και κύρια να κάνει με την απουσία κοινωνικού ελέγχου. Οι πιτσιρικάδες στις φτωχογειτονιές περνάνε πολλές ώρες στο δρόμο και εκεί έχουν περισσότερες πιθανότητες να ενωθούν με όσους συμμετέχουν στις ταραχές.

-Οι ταραχές αποσκοπούν στη διεκδίκηση καλύτερων συνθηκών ζωής;

-Όχι, η βία του δρόμου που βιώνουμε τις τελευταίες ημέρες στη Βρετανία δεν έχει πίσω της κοινωνικές ή πολιτικές διεκδικήσεις»1.

Στα χρόνια της κρίσης στα χρόνια που τα εμπορεύματα στοιβάζονται στις αποθήκες και τις βιτρίνες των καταστημάτων απούλητα, αφού όλο και λιγότεροι έχουν την οικονομική δυνατότητα να τα αποκτήσουν με τον «παραδοσιακό» τρόπο, είναι σαφές ότι τα αφεντικά προτιμούν να δουν κάποια από αυτά να καταστρέφονται παρά να πέφτουν στα χέρια εξεγερμένων πιτσιρικάδων (και όχι μόνο). Γιατί πέφτοντας στα χέρια τους, τα εμπορεύματα χάνουν την ανταλλακτική τους αξία (άρα γίνονται άχρηστα για τα αφεντικά, τα οποία πλέον δεν μπορούν να αντλήσουν από αυτά υπεραξία), αλλά βρίσκουν την αξία χρήσης τους. Έξω και πέρα από την «ομαλή λειτουργία της κατανάλωσης». Τα αφεντικά στην Αγγλία και οι πολιτικοί τους εκπρόσωποι το γνωρίζουν καλά αυτό και γι’ αυτό δεν μάσησαν τα λόγια τους μετά την εξέγερση του Αυγούστου. Όλοι, από τον βρετανό Πρωθυπουργό, το σύστημα δικαιοσύνης που έκανε δίκες σε 24ωρη βάση και μοίραζε καταδικαστικές ποινές με το τσουβάλι, από τις εφημερίδες έως τους πάσης φύσεως αναλυτές, από τους φασίζοντες της μεσαίας τάξης που κινητοποιήθηκαν άμεσα για να αποκαταστήσουν την τάξη, μέχρι τους μπάτσους και τους οργανωμένους φασίστες που βγήκαν για «κυνήγι», όλοι, συνασπισμένοι και με το απαραίτητο ύφος σε στυλ «τέρμα τα ψέματα, τώρα έχουμε κρίση και θα σας τσακίζουμε σε κάθε σας βήμα», βρήκαν μια «καραμέλα» που δεν ήταν άλλη από τη λεηλασία. Οι εξεγερμένοι, όμως, που κατέβηκαν στον δρόμο για να διαμαρτυρηθούν για τη δολοφονία του τζαμαϊκανής καταγωγής MarkDuggan από μπάτσους στο Τότεναμ, είχαν όλους τους λόγους του κόσμου να τα σπάσουν, να επιτεθούν στις αστυνομικές δυνάμεις, να χαλάσουν για λίγο τον μακάριο ύπνο των καλοζωισμένων μεσοστρωμάτων και τελικά να βγουν για λίγο από τη δική τους σκατένια καθημερινότητα, επιστρέφοντας ένα μικρό (ελάχιστο, για την ακρίβεια) κομμάτι βίας από τη βία που οι ίδιοι καθημερινά δέχονται. Τη βία της οικονομικής εξαθλίωσης και της ανεργίας, τη βία και τον εξευτελισμό των αστυνομικών ελέγχων, τη βία του να νιώθεις διαρκώς σαν το σκύλο που κυνηγάει την ουρά του, γνωρίζοντας ότι δεν υπάρχει καμία διέξοδος από την απομόνωση του γκέτο.

Αυτές, λοιπόν, οι κοινωνικές φιγούρες, οι προλετάριοι μεταναστευτικής καταγωγής που έχουν γεννηθεί και μεγαλώσει στις αγγλικές μητροπόλεις, αλλά και ένας σεβαστός αριθμός λευκών της ντόπιας εργατικής τάξης, ήρθαν στο προσκήνιο για μερικές ημέρες, ταράζοντας (έστω και μοριακά, έστω και ανοργάνωτα) την καπιταλιστική κανονικότητα σε περίοδο κρίσης. Και είναι αυτή ακριβώς η χρονική συγκυρία που, κατά τη γνώμη μας, έπαιξε σημαντικότατο ρόλο στο πώς είδαν και ερμήνευσαν οι «ειδικοί» και το βρετανικό κράτος τις μητροπολιτικές ταραχές του Αυγούστου. Τις ταραχές που διέφεραν αισθητά από εκείνες των δεκαετιών του ’70 και του ’80, μιας και δεν είχαν πίσω τους μορφές οργάνωσης όπως τα «κινήματα νεολαίας» (YouthMovements)2 των νεολαίων ασιατικής καταγωγής του παρελθόντος. Τις ταραχές που ξεπήδησαν μέσα σε μια καπιταλιστική συνθήκη ρευστότητας και ωμής βαρβαρότητας που δεν έχει πλέον χώρο για δακρύβρεχτες, κοινωνιολογίζουσες αναλύσεις του είδους «μα, τι φταίει; Πού οδεύει η νεολαία μας; Χρειαζόμαστε περισσότερους κοιωνικούς λειτουργούς και ψυχολόγους να βοηθήσουν τους ατίθασους νεαρούς»∙ που δεν ξοδεύει το σάλιο της υποσχόμενη «ίσα δικαιώματα» για τους πολίτες μεταναστευτικής καταγωγής. Αντίθετα, επιλέγει να τους φτύνει κατάμουτρα, να τους υπερτονίζει το πόσο αναλώσιμοι είναι για την καπιταλιστική μηχανή και να τους ξεκαθαρίζει (σε περίπτωση που είχαν καμιά αυταπάτη περί κοινωνικού κράτους, παροχών και βελτίωσης της θέσης τους) ότι το «ζήτημά» τους, είναι ζήτημα δημόσιας τάξης και γι’ αυτό «θα λυθεί» με την καταστολή.

Τα πολύτιμα «λάφυρα»

Μέσα σε αυτά τα πλαίσια και με τους νέους καιρούς να διαμορφώνουν τα νέα ήθη, οι περίφημες πράξεις λεηλασίας που εμφανίζονται λίγο πολύ σε κάθε εξέγερση, προκαλούν ανατριχίλα στα αφεντικά γιατί έστω και πρόσκαιρα έστω και άτσαλα συμβάλλουν στην αλλαγή της νοηματοδότησης του καπιταλιστικού κόσμου∙ ενός κόσμου που δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς το εμπόρευμα. Γιατί οι «looters» που βούταγαν τα adidas και τις τηλεοράσεις πλάσμα και μετά φωτογραφίζονταν με αυτά επιδεικνύοντάς τα σαν λάφυρα πολέμου, έδειχναν με τον πιο έκδηλο τρόπο ότι όλα αυτά τα αντικείμενα συνιστούν κομμάτι του πλούτου που παράγει η εργατική τάξη και από τον οποίο είναι αποκλεισμένη. Έδειχναν να καταλαβαίνουν με τον τρόπο τους ότι στις εμπόλεμες εποχές που διανύουμε το εμπόρευμα αποτελεί διακύβευμα∙ διακύβευμα γι’ αυτούς που δεν μπορούν να το πουλήσουν και να τσεπώσουν την υπεραξία, αλλά και γι’ αυτούς που μεγάλωσαν μέσα στις δυτικές μητροπόλεις, βομβαρδιζόμενοι από μωρά με τις προσταγές της διαφήμισης για τα όσα «πρέπει να έχουν», χωρίς βέβαια να βρίσκουν πάντα τρόπο να αποκτήσουν ακόμα και τα πλέον αναγκαία εξ’ αυτών. Να γιατί οι φωτογραφίες με τα «κλοπιμαία» αποτυπώνουν την αντιστροφή μιας πραγματικότητας βιωμένης από όσους έχει ξεγράψει εδώ και δεκαετίες η αγορά εργασίας, από όσους έχουν πεταχτεί στα συγκροτήματα πολυκατοικιών των φτωχογειτονιών και καλούνται να «κόψουν το κεφάλι τους» μιας και γι’ αυτούς δεν υπάρχει τίποτα. Αποτυπώνουν με δυο λόγια την βαθιά εκείνη χαρά και ικανοποίηση όσων αποσπούν από τον εχθρό εκείνο που «τον καίει», υπονοώντας ταυτόχρονα ότι αυτά τα «ιερά αντικείμενα» που προκαλούν τόσο πονοκέφαλο στα αφεντικά όταν μένουν απούλητα, μπορούν και να «χάσουν τον δρόμο τους» και να βγουν από τη «φυσιολογική» τους πορεία. Μπορούν και να ξαναεπιστρέψουν στους παραγωγούς τους.

Μέχρι, όμως, οι προλετάριοι (στην Αγγλία και παντού) να βρουν τις οργανωτικές εκείνες δομές που ανταποκρίνονται στις ανάγκες της εποχής, μέχρι να καταφέρουν να συναντηθούν μεταξύ τους και να αναζητήσουν συλλογικές μορφές αντεπίθεσης, τα επίπεδα καταστολής όλο και θα ανεβαίνουν. Και μοιάζει αυτό να είναι από τα πλέον «ασφαλή» συμπεράσματα που εξάγει κανείς από τη σύντομη καλοκαιρινή εξέγερση του Αυγούστου, η οποία και δέχτηκε το στοχευμένο και ολόπλευρο σφυροκόπημα όλων των μηχανισμών της αντεπανάστασης. Και την επόμενη φορά οι μπάτσοι, οι δικαστές, τα κανάλια και οι γλοιώδεις μεσοαστοί που ξεχύθηκαν στους δρόμους με σκούπες και φαράσια για να καθαρίσουν την πόλη τους, θα έχουν αρκετά experiencepoints στο ενεργητικό τους…

ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΑΠ’ ΤΑ ΠΑΛΙΑ

Η εξέγερση του Αυγούστου στην Αγγλία δεν ήταν κάτι το πρωτοφανές. Όποιος γνώριζε τις συνθήκες στα υποβαθμισμένα προάστια του Λονδίνου, πίσω από τη βιτρίνα του Μπιγκ Μπεν και του Μπάκινγχαμ, δύσκολα θα έπεφτε από τα σύννεφα . Γι’ αυτό και μάλλον δεν ήταν λίγοι εκείνοι που θυμήθηκαν τον Απρίλιο του 1981 και τα όσα συνέβησαν στο Μπρίξτον, όταν ένας μαύρος, μαχαιρωμένος από συμμορία βρέθηκε αιμόφυρτος από μπάτσους, οι οποίοι καθυστερούσαν να καλέσουν τις πρώτες βοήθειες. Το ασθενοφόρο κάποια στιγμή εμφανίστηκε, όμως η φήμη ότι τον άφησαν να πεθάνει αβοήθητο είχε ήδη εξαπλωθεί. Η εξέγερση με 5.000 άτομα στους δρόμους και η βία απένατι στους μπάτσους και το κράτος είχε ξεκινήσει. Αστείο; Καθόλου∙ γιατί οι αιτίες ήταν πολύ σοβαρότερες. Στο Μπρίξτον, μια υποβαθμισμένη περιοχή στο νότιο Λονδίνο, με μετανάστες από την Καραϊβική και την Αφρική κυρίως, η ανεργία ήταν πάνω από 50%. Η βία και τα ναρκωτικά υπήρχαν παντού. Η πίεση των μπάτσων και οι έλεγχοι ήταν συνεχείς και ασφυκτικοί, με τις ρατσιστικές επιθέσεις που πραγματοποιούνταν με τη συγκάληψη των αντιπαθητικών ανθρωποειδών που μοιάζουν με γουρούνια να ολοκληρώνουν το παζλ της καθημερινής βαρβαρότητας. Γκέτο με τα όλα του, δηλαδή.

Και η ιστορία του Μπρίξτον είναι συνδεδεμένη με το τραγούδι «GunsofBrixton» των «TheClash», που είχε κυκλοφορήσει ένα χρόνο πιο πριν και περιέγραφε την αστυνομική βια στο προάστιο. Αλλά και με το «GhostTown» των «TheSpecials» που είχε κυκλοφορήσει τον Ιούνη του ’81 και περιέγραφε την ίδια σκριβώς κατάσταση. Το τραγούδι των Clash δεν ήταν προφητικό. Μιλούσε για την πραγματικότα του Μπρίξτον. Γιατί η μουσική και οι υποκουλτούρες του δρόμου δεν «εμπνέονται» από άυλες καταστάσεις και δεν τροφοδοτούν την αποστειρωμένη τέχνη. Είναι η έκφραση της άγριας νεολαίας και μιλούν απ’ ευθείας γι’ αυτό που τις γεννά. Τον δρόμο. Και, όπως κι αν το κάνουμε, ο δρόμος στο Μπρίξτον ήταν γεμάτος όπλα…

1 «Εδώ δεν υπάρχουν κοινωνικές διεκδικήσεις» («Aquí nohayreivindicacionessociales»), ElPaís, 11/09/2011. Ο βρετανός καθηγητής Κοινωνικής Πολιτικής στο πανεπιστήμιο του Wolverhampton, κύριος JimWaddington, δεν έχει αμφιβολίες για το τι γίνεται στους δρόμους της Βρετανίας. Γι’ αυτό και απαντά λιτά και ωμά στις ερωτήσεις του ισπανού δημοσιογράφου που του πήρε συνέντευξη τις μέρες της εξέγερσης.

2 Βλ. σχετικά το κείμενο «RiotintheUK. Η βρετανική εξέγερση του Αυγούστου και οι πονηρές αναλογίες με το παρελθόν», περιοδικό antifa, πόλεμος ενάντια στο φόβο, τ. 26, Σεπτέμβρης 2011.


Αρέσει σε %d bloggers: