σχιζό metropolitans #8 – Επιδόματα και κοινωνικές παροχές στον τιμοκατάλογο της κρίσης

Όταν ακούμε όλους εκείνους τους “απαγοητευμένους πασόκους” να βρίζουν και να αναθεματίζουν το κόμμα που τόσα χρόνια στήριζαν, μας έρχεται κατευθείαν στο μυαλό η αντεστραμμένη εικόνα: δεκαετία του ’80, να πλημμυρίζουν τις πλατείες και τα γήπεδα για να ακούσουν τον Ανδρέα να μιλάει, να μη σηκώνουν μύγα στο σπαθί τους για τον πρόεδρο “που έδωσε στο λαό ψωμί να φάει”, να ευχαριστούν τον τοπικό πολιτευτή της περιοχής τους για τις αγροτικές επιδοτήσεις, για τον διορισμό της κόρης στο δημόσιο, για την αναπηρική σύνταξη της γιαγιάς, για, για…. Αν παραβλέψει κανείς το στοιχείο του φολκλόρ, αξίζει, νομίζουμε, να σταθεί για λίγο στη λογική που βρίσκεται πίσω από τις δύο αυτές συναισθηματικές αντιδράσεις. Και πρόκειται για την ίδια λογική, σύμφωνα με την οποία το κράτος είναι είτε καλό (όταν αποφασίζει να μας κάνει “δώρα”) είτε κακό (όταν αποφασίζει να μας τα πάρει πίσω ή να τα σταματήσει). Είναι, με άλλα λόγια, ένας εξωτερικός (ως προς το κεφάλαιο και την εργασία) παράγοντας που μπορούμε να τον πιέσουμε, να τον ξεγελάσουμε με την πονηριά μας, να του κάνουμε μουτράκια και τέλος πάντων να τον πάρουμε με το μέρος μας. Μήπως όλα αυτά είναι λίγο παιδιάστικα και αφελή; Πιθανώς. Το ζήτημα, όμως, είναι ότι με μια τέτοια οπτική για το κράτος πορεύτηκε και εξακολουθεί να πορεύεται η συντριπτική πλειοψηφία της ελληνικής κοινωνίας. Με αυτά ως δεδομένα, καμία έκπληξη δεν προκαλεί ούτε η στάση της απέναντι στις πρόσφατες περικοπές στις συντάξεις και τα επιδόματα αναπηρίας, αλλά ούτε και ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβάνεται τις λειτουργίες του περίφημου κράτους πρόνοιας.

Απαγορεύεται η είσοδος στους «μη παραγωγικούς»

Η απόφαση του υπουργείου Υγείας να αλλάξει το καθεστώς που ίσχυε μέχρι σήμερα για τα άτομα που πάσχουν από διάφορες μορφές αναπηρίας είναι υπεραρκετή για να λύσει τις απορίες ακόμα και του πιο καλοπροαίρετου σχετικά με τη συμβολή του κράτος στην αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης. Όπως, λοιπόν, ανακοινώθηκε στις αρχές του περασμένου Νοέμβρη, στα άτομα αυτά (και μάλιστα σε όσους βρίσκονται στη χειρότερη δυνατή κατάσταση) θα αναγνωρίζεται πλέον ποσοστό αναπηρίας 50% (έναντι 67% που ίσχυε προηγουμένως), κάτι που συνεπάγεται την κατάργηση μιας σειράς ρυθμίσεων (επιδόματα, δυνατότητα πρόωρης συνταξιοδότησης, κάλυψη του κόστους της απαραίτητης ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης) που κάπως διευκόλυναν την καθημερινή ζωή των εν λόγω ατόμων. Αντίθετα με τις δακρύβρεχτες αναλύσεις ή τους αφορισμούς διάφορων αριστεροευαίσθητων, αποφάσεις και πολιτικές τέτοιου είδους που θέτουν ανοιχτά το ζήτημα της επιβίωσης για ολόκληρες κοινωνικές ομάδες δεν λαμβάνονται επειδή το κράτος είναι “ανάλγητο” και οι πολιτικοί “ξεπουλημένοι”. Λαμβάνονται γιατί ο ελληνικός καπιταλισμός έχει προβλήματα (προβλήματα κερδοφορίας, εννοείται) και το ελληνικό κράτος που είναι ο πολιτικός του εκπρόσωπος πρέπει να τον βοηθήσει. Πρέπει να τον βοηθήσει να ρυθμίσει εκ νέου τις εργασιακές σχέσεις, να ορίσει νέες βάσεις πάνω στις οποίες θα πραγματοποιείται η αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης, να εγγυηθεί σε τελική ανάλυση την αύξηση της παραγωγικότητας στις στριμόκωλες εποχές της οικονομικής κρίσης. Και η αύξηση της παραγωγικότητας προϋποθέτει στην προκειμένη περίπτωση τον περιορισμό (αν όχι την εξάλειψη) των μη παραγωγικών, όλων εκείνων δηλαδή που για τον ένα ή τον άλλο λόγο κρίνονται ως μη “αξιοποιήσιμοι” από το κεφάλαιο.

Κάτι μας λέει πως αυτή η τακτική του “κόψτε τον λαιμό σας, όσα πήρατε πήρατε” δεν θα μπορούσε να αποδειχτεί τόσο “αποτελεσματική” και να τεθεί σε ισχύ χωρίς πολλά πολλά αν προηγουμένως δεν είχε γίνει κυρίαρχη η ιδέα περί δημόσιου χρέους και συλλογικής ευθύνης. Αφού, λοιπόν, “εμείς ευθυνόμαστε για την κρίση του κεφαλαίου κι αφού για όλα φταίει η “κακοδιαχείριση και οι σπατάλες”, πρέπει να δούμε τι μπορούμε να κόψουμε· τι περισσεύει και τι μας βαραίνει. Και δώστου ρεπορτάζ με περιπτώσεις χωριών ολόκληρων που έπαιρναν αναπηρικές συντάξεις χαριστικά και δώστου δημοσιεύματα για “ασθενείς-μαϊμού” που έπιαναν κορόιδο το κακόμοιρο το ελληνικό κράτος. Οπότε, είναι “λογικό” να κοπούν τα επιδόματα και οι “πλουσιοπάροχες” προνοιακές παροχές και είναι ακόμα πιο “λογικό” να έχουν οι κοινωνικές υπηρεσίες του κράτους ακόμα περισσότερες απαιτήσεις από εκείνους που φιλοδοξούν να του “φάνε τα λεφτά”. Η δήλωση του προέδρου της Ελληνικής Εταιρίας Μελέτης και Ανάπτυξης του AIDS και λοιμοξιολόγου του Ερυθρού Σταυρού, Μάριου Λαζανά είναι κάτι παραπάνω από ενδεικτική: «Ξέρετε ότι υπάρχουν τοξικομανείς οι οποίοι επιθυμούν να κολλήσουν AIDS για να πάρουν το επίδομα; Σου λέει, αφού είμαστε που είμαστε χαμένοι, ας έχουμε και το επίδομα των 700ευρώ;»1. Κι εντάξει· ο κύριος Λαζανάς (όπως και κάθε αντίστοιχος) είναι αρκετά φασίστας και δεν κρύβει τη γνώμη που έχει για “όσους περισσεύουν”. Το θέμα είναι ότι η συγκεκριμένη γνώμη, η απαξίωση με την οποία αντιμετωπίζονται ευρύτερα κοινωνικά κομμάτια και η ευκολία με την οποία τους καταλογίζονται ευθύνες για την κατάσταση, τόσο την προσωπική τους όσο και τη γενικότερη οικονομική, έχει πολλούς οπαδούς. Τη στιγμή, λοιπόν, που το κράτος πιέζεται λόγω της καπιταλιστικής κρίσης δείχνει όλο και πιο ξεκάθαρα ότι όχι μόνο δεν είναι “εξωτερικός παράγοντας” (αλλά ο ρυθμιστής των κοινωνικών, πολιτικών και οικονομικών σχέσεων), αλλά και ότι σε ρευστές περιόδους όπως αυτές που διανύουμε σπεύδει να αναδιατάξει την κανονικότητα. Να επιβάλει, δηλαδή, πιο σκληρές σχέσεις εκμετάλλευσης και ελέγχου, πετώντας από πάνω του πολλά από τα “βάρη” της επιβίωσης και της αναπαραγωγής της εργατικής τάξης.

Οπότε; Οπότε “κάθε πέρυσι και καλύτερα”; Μήπως τελικά να δείξουμε έστω και λίγη κατανόηση στους νοσταλγούς ενός εξειδανικευμένου παρελθόντος; Μήπως όντως όλα ήταν καλύτερα τη δεκαετία του ’80; Οι ερωτήσεις είναι, φυσικά, ρητορικές. Και πώς αλλιώς, αφού ποτέ δεν υπήρξε η τάχα ονειρεμένη εποχή των επιδομάτων και των παροχών που μοιράζονταν απλόχερα. Και δεν υπήρξε γιατί ο καπιταλισμός δεν είναι παιδική χαρά ούτε λούνα παρκ. Κι αυτό το γνωρίζουν ακόμα κι αυτοί που κάνουν ότι δεν καταλαβαίνουν, που παριστάνουν ότι το κοικωνικό κράτος, όπως διαμορφώθηκε μεταπολεμικά σε όλη την Ευρώπη, ήταν κάτι άλλο πέρα από το αντάλλαγμα για την πολυπόθητη ταξική ειρήνη που είχαν ανάγκη τα αφεντικά, πέρα από τη συνεπή και συνεχή άσκηση πειθάρχησης εις βάρος των κατώτατων στρωμάτων. Τώρα όσον αφορά το κενό που προκύπτει απ’ αυτή την “αλλαγή πλεύσης” του κράτους, όλα δείχνουν πως θα καλυφθεί σε μεγάλο βαθμό από τις ΜΚΟ και τους παραδοσιακούς οργανωτές της λεγόμενης φιλανθρωπίας (π.χ την εκκλησία). Με αυτό τον τρόπο το κράτος καταφέρνει από τη μια να γλιτώσει τις δαπάνες (και με τις “οικονομίες” που θα κάνει να προσλάβει επιπλέον μπάτσους κάθε είδους) και από την άλλη να έχει την εποπτεία της οργάνωσης της καθημερινότητας των “από κάτω”, ούτε λίγο ούτε πολύ να διαχειρίζεται τη φτώχεια και την εξαθλίωση όσο πιο αποδοτικά μπορεί. Μονά ζυγά δικά του, δηλαδή…

1Ο κύριος Λαζανάς δεν είχε κανένα πρόβλημα να εκφραστεί ελεύθερα κατά τη διάρκεια μιας συνέντευξης Τύπου, στις 25 του περασμένου Νοέμβρη, για την έναρξη του 23ου Πανελλήνιου Συνεδρίου AIDS.

 


Αρέσει σε %d bloggers: