σχιζό metropolitans #8 – Ο ορισμός του πέναλτυ, μέρος 2ο

Στο προηγούμενο τεύχος είχαμε γράψει για την παράγκα του ποδοσφαίρου και το περσινό σκάνδαλο με τις κασέτες και τα στημένα παιχνίδια. Είχαμε αναφερθεί στο πώς το ποδόσφαιρο και ο αθλητισμός γενικότερα γίνονται καλός αγωγός ροής και ξεπλύματος μαύρου χρήματος και στο ότι οι παράγοντες των ομάδων και οι παρατρεχάμενοί τους έχουν κάτι παραπάνω από καλές σχέσεις με τη μαφία. Και όντως, αυτή είναι η βάση του ποδοσφαίρου: εμπόρευμα, θέαμα, μαφία και μαύρο χρήμα. Όμως γιατι όλα αυτά να βρίσκουν έδαφος στο ποδόσφαιρο και όχι στο τέννις ή στο μπόουλινγκ; Η απάντηση είναι απλή. Το ποδόσφαιρο είναι μαζικό. Από την εξίσωση, λοιπόν, λείπει ένας παράγοντας. Οι οπαδοί. Εκείνοι που τους βγαίνει το λαρύγγι σε κάθε ματς, εκείνοι που ακολουθούν τις ομάδες τους, εκείνοι που σκοτώνονται γι’ αυτές. Είναι όλοι τους τα “πρόβατα” αυτής της κοινωνίας που διοχετεύουν τη βία τους στις κερκίδες κι όλοι τους υπάλληλοι των προέδρων ή μηπως το πράγμα δεν είναι και τόσο απλό;

Οι ομάδες ήταν κάτι παραπάνω από αθλητικά σωματεία, τουλάχιστον κατά την ίδρυσή τους. Μπορεί να εκπροσωπούσαν μια περιοχή και γενικότερα κόσμο με κοινές κοινωνικές καταβολές. Οπότε, οι έχθρες των ομάδων μπορεί να είχαν άλλη βαρύτητα. Αυτό δεν είναι απαραίτητα μύθος, έχει πατήματα στην πραγματικότητα. Σήμερα αυτό που κυριαρχοί είναι οι δίχρωμοι στρατοί, αν και όχι σε όλα τα κομματιά των κερκίδων.

Ο χουλιγκάνος, πάντοτε, σαν φιγούρα άνηκε στην άγρια νεολαία προλεταριακής καταγωγής που διοχέτευε τη βία του στο ποδόσφαιρο. Δεν ήταν ένα παιδί των σαλονιών με φραγκάτους γονείς. Αντιγύριζε με αυτό τον τρόπο ένα μέρος της βίας της καθημερινότητάς του. Ήταν αυτοί στις δεκαετιές του ’70 και του ’80 στην Αγγλία, που έμπαιναν στα γήπεδα και τσαμπουκαλεύονταν. Ήταν αυτοί που, όταν μπήκαν οικαμερές στα γήπεδα, έδιναν ραντεβού για ξύλο έξω από αυτά. Όλη την εβδομάδα περίμεναν την Κυριακή και μετά φτου κι απ’ την αρχή. Η βία και οι εντάσεις ήταν μέρος του παιχνιδού, όμως οι χούλιγκανς είχαν και έναν κωδίκα τιμής στη φάση τους. Πρώτον: κανείς δεν τα ‘χει καλά με τους μπάτσους, οπότε κανείς δεν γίνεται πουφιάνος σε αυτούς. Οι όποιες κόντρες λύνονται απευθείας. Δεύτερον: κανείς δεν θέλει να τον κλαίνε οι δικοί του, οπότε πολλοί μπορούν να πάνε στο νοσοκομείο, κανείς στο νεκροταφείο. Πρόσεχαν, σα να λέγαμε, που χτυπάνε. Αυτό, σαν κατάσταση για το σύστημα φαινομενικά μπορεί να λειτουργούσε υπέρ του. Τι πιο ωραίο για τα αφεντικά από το βγάζει τα λυσσιακά της η νεολαία της εργατικής τάξης από μόνη της. Όμως κάτι τέτοιο ήταν πάντα επικίνδυνο, γιατί όσα χώριζαν τους χούλιγκανς, άλλα τόσα τους ένωναν.

Στο σήμερα, αυτό που σκέφτεσαι όταν ακούς τη λέξη οπάδος είναι “κάφρος και εν δυνάμει φονιάς”. Και όχι άδικα, αφού οι μάχες στα ραντεβού έχουν νεκρούς όλο και πιο συχνά. Οι διοικήσεις μπλέκονται μέσα σε συνδέσμους χρηματοδοτώντας τα τσιράκια τους, έτσι ώστε όλα να είναι καλά με τον πρόεδρο. Άλλοι γίνονται ρουφιάνοι στους μπάτσους για να γλιτώσουν το δικό τους τομάρι και να φάνε των αντιπάλων, ενώ κάποιο άλλοι γίνονται μέχρι και φασίστες που ψάχνουν πιτσιρικάδες για στρατολόγηση. Εντάξει, εννοείται, ότι ποτέ δεν ήταν αγνά τα πράγματα, αλλά αρχίζει να αλλοιώνεται. Παρόλ’ αυτά υπάρχουν κι άλλοι οπαδοί που την ψιλιάζονται τη φάση και νιώθουν ότι δεν είναι πρόβατα για σφαγή.

Εκείνοι, δηλαδή, που καταλαβαίνουν ότι η αγάπη τους για την όμάδα δεν τους κάνει ούτε πελάτες, αλλά ούτε εγκληματίες. Εκείνοι που έχουν συνείδηση της τάξης τους στην κοινωνία και το δείχνουν στο γήπεδο με τα πανό ή τα συνθήματά τους. Και καταλαβαίνουν ότι όσα τους χωρίζουν με τους αντιπάλους τους τις Κυριακές, άλλα τόσα τους ενώνουν τις υπόλοιπες μέρες της εβδομάδας. Είναι αυτοί που σταθερά πλέον σε πολλές ομάδες σηκώνουν αντιναζί πανό. Είναι εκείνοι, που τον Δεκέμβρη του 2008 με τη δολοφονία του Αλέξη Γρηγορόπουλου κατέβαιναν στους δρόμους και σήκωναν αντιμπατσικά πανό στα γήπεδα. Εκείνοι που, αν και υποστηρίζουν διαφορετικές ομάδες, έχουν συναντηθεί και βγάζουν μάλιστα και έντυπα για τα οπαδικά ζητήματα. Εκείνοι που αντιτίθενται στο ακριβό εισιτήριο και δεν τα έχουν καλά με τις διοικήσεις των ομάδων, που δεν γουστάρουν τους νέουες νόμους στα γήπεδα και το φωνάζουν, που πολλές φορές δεν φωνάζουν οπαδικά συνθήματα, αλλά πολιτικά.

Η φιγούρα του οπαδού δεν είναι “καμμένο χαρτί” όσο υπάρχουν οπαδοί με τέτοια χαρακτηριστικά. Που να ξέρουν ποιοι είναι, να έχουν σεβσμό απέναντι στους υπόλοιπους και να μην αφήνουν τους φασίστες να αποκτούν πάτημα στις κερκίδες. Κι εντάξει, δεν περιμένει κανείς στα γήπεδα την προλεταριακή επανάσταση, αλλά οι οπαδοί με συνείδηση αποτελούν κομμάτι της εργατικής τάξης και αυτό είναι κάτι που το ξέρουν καλά.


Αρέσει σε %d bloggers: