σχιζό metropolitans #8 – Τέρμα τα δίφραγκα

Δεν είναι καιροί για “πολυτέλειες”. Αυτό είναι το μόνο σίγουρο. Και μια από τις “πολυτέλειες” που τόσα χρόνια αναγνώριζε στον εαυτό της η συντριπτική πλειοψηφία της ελληνικής κοινωνίας είναι η ευκολία με την οποία “έπεφτε από τα σύννεφα”. Η ευκολία με την οποία εκπλησσόταν και συγκλονιζόταν για το οτιδήποτε. Για περισσότερα από τριάντα χρόνια ασκήθηκε με επιμονή στη θεαματική αντιμετώπιση της πραγματικότητας: αρνήθηκε πεισματικά κάθε δέσμευση, προσπάθησε να κρυφτεί πίσω από το δάκτυλό της κάνοντας ότι δεν καταλαβαίνει, κάνοντας ότι δεν βλέπει τον βούρκο στον οποίο κυλιόταν και ο οποίος όλο και βάθαινε. Για περισσότερα από τριάντα χρόνια αυτή η άρνηση και της παραμικρής ακόμα ευθύνης, αυτός ο “χωρίς αύριο” απελπισμένος (και απελπιστικός) τρόπος ζωής που στηρίχθηκε στον κωλοπαιδισμό του “ό,τι αρπάξει ο κώλος μας” οδήγησε πολλούς και πολλές να περάσουν ξώφαλτσα και κάπως ανώδυνα από τη ζωή, χωρίς να δώσουν λογαριασμό σε κανέναν και για τίποτα. Έχοντας, μάλιστα τη σιγουριά ότι αυτοί είναι το κέντρο του σύμπαντος, ότι με τα πτυχία και τις γνωριμίες τους δεν έχουν να φοβηθούν τίποτα, ότι τη σίγουρη δουλειά, τα λεφτά και την καλοπέραση τα έχουν στο τσεπάκι τους. Γιατί τι είναι; Μήπως είναι τίποτα “Αλβανοί” και τίποτα “Ρωσίδες”; Όχι, βέβαια…

Και τώρα που στενεύουν τα περιθώρια και γίνεται, θέλοντας και μη, όλο και πιο κατανοητό ότι πλέον “τέρμα τα δίφραγκα”; Τώρα που ο ασταμάτητος αιφνιδιασμός, η έκπληξη και η αδυναμία κατανόησης των όσων συμβαίνουν, έχουν συνέπειες που δύσκολα μπορεί να κρύψει κανείς; Τώρα, τα πράγματα αρχίζουν να δείχνουν πιο δύσκολα. Και είναι όντως δύσκολα γιατί η επίθεση που έχουν εξαπολύσει τα αφεντικά και οι πολιτικοί τους προϊστάμενοι τα τελευταία τρία χρόνια όχι μόνο δεν βρίσκει απέναντί της κανέναν αντίπαλο με αξιώσεις (απ’ ό,τι φαίνεται μέχρι τώρα), αλλά ούτε και γίνεται κατανοητή ως τέτοια. Γιατί αν γινόταν κατανοητή ως επίθεση, τότε οι πρόσφατες διακηρύξεις περί κατάργησης του 13ου και του 14ου μισθού δεν θα γεννούσαν απλώς απόγνωση, πανικό και άναρθρες κραυγές. Οι εν λόγω διακηρύξεις, όπως και κάθε άλλες αντίστοιχες, θα γίνονταν αντιληπτές ως τμήμα ενός ευρύτερου σχεδιασμού της αστικής τάξης για να ξεπεράσει την κρίση και όχι ως το “κεντρικό γεγονός”. Και δεν χρειάζεται να έχει κανείς “υπερφυσικές δυνάμεις” για να φτάσει σε ένα τέτοιο προφανές συμπέρασμα. Για του λόγου το αληθές, αρκεί να αποκωδικοποιήσει τις δηλώσεις που έκανε ο κυρίος Παπαδήμος στη Βουλή πριν από έναν μόλις μήνα. Τι να εννούσε, λοιπόν, ο κύριος πρωθυπουργός όταν έλεγε ότι «Στην προσπάθεια για τη δημοσιονομική εξυγίανση και την αποκατάσταση της απώλειας της ανταγωνιστικότητας βραχυπρόθεσμα η μείωση στο εισόδημα είναι αναπόφευκτη. Την τελευταία διετία 38.000 επιχειρήσεις έκλεισαν, η ανεργία έφθασε στο 17%, οι ασφαλισμένοι στο ΙΚΑ μειώθηκαν κατά 185.000. Οι άνεργοι δεν έχουν ούτε κατώτατο μισθό, ούτε 13ο και 14ο μισθό» (Τα Νέα, 14/01/2012); Να εννοούσε, άραγε, ότι το πρόβλημα δεν είναι τόσο “απλό” για να λυθεί με την περικοπή δύο μισθών και μάλιστα εκείνων που συνηθίζουμε να αποκαλούμε “δώρο” (από πού κι ως πού μάς κάνουν “δώρα” τα αφεντικά λες και πρόκειται για λεφτά που δεν τα έχουμε δουλέψει και με το παραπάνω, είναι άλλη υπόθεση). Να εννοούσε ότι απαιτείται μια πιο “σίγουρη και δραστική λύση”, όπως εκείνη που προτάθηκε λίγες ημέρες αργότερα και θα τεθεί σε ισχύ ως μια “μεγάλη και μοναδική ευκαιρία”; Όπως όλα έδειξαν, κάτι τέτοιο εννοούσε. Γι’ αυτό και όταν πετάχτηκε στο τραπέζι η πολύ “προωθημένη” εναλλακτική ιδέα να πέσει ο κατώτατος μισθός στα 480 ευρώ, μια ιδέα που κάνει εκείνο το “η γενιά των 700 ευρώ” να ακούγεται σχεδόν σαν ανέκδοτο, παρουσιάστηκε ως “επιτυχία”. Ευτυχώς, δηλαδή που “σώθηκαν” ο 13ος και ο 14ος…

Πόσο πιο ξεκάθαρα να το διατύπωνε ο εκπρόσωπος της αστικής τάξης; Πόσο πιο απλά να έλεγε ότι ο ελληνικός καπιταλισμός επενδύει για άλλη μια φορά στη γνωστή και διαχρονική μέθοδο της αύξησης του ποσοστού κέρδους μέσω της μείωσης του εργατικού κόστους· ότι η φθηνή εργασία είναι η επιλογή των ελληνικών αφεντικών για να ξελασπώσουν από την οικονομική κρίση; Μια επιλογή, δηλαδή, που είχαν πάρει και τη δεκαετία του ’90 όταν αποφάσισαν ότι η ένταση της εργασίας ή αλλιώς η με όλα τα μέσα εκμετάλλευση των μεταναστών εργατών ήταν ακριβώς αυτό που χρειάζονταν. Αντίστοιχα και σήμερα, ο στόχος είναι να εξασφαλίσουν μια δεξαμενή φθηνής εργασίας (όχι πια μόνο για τις χειρωνακτικές και υποτιμημένες δουλειές). Και για να εξασφαλίσουν κάτι τέτοιο θα καταφύγουν σε όλα τα μέσα και σε όλους τους “κολλητούς” τους. Από τα ΜΜΕ, τα οποία και συντονίζουν τον αδιάκοπο βομβαρδισμό με πληροφορίες, εξαγγελίες και ποικίλα ζοφερά σενάρια, μέχρι τους μπάτσους που έχουν κατακλύσει κάθε γωνία της πόλης και δείχνουν κάτι παραπάνω από έτοιμοι να εγγυηθούν ότι αυτό το κοινωνικό εργοστάσιο-στρατόπεδο που χτίζεται με τόση προσοχή θα λειτουργεί απερίσπαστα. Γιατί χωρίς αυξημένες δόσεις φόβου και χωρίς την απειλή (και χρήση) των όπλων, πώς θα πάει κανείς να δουλέψει για 480 ευρώ; Αυτό το εκρηκτικό μείγμα υλικής στέρησης, περαιτέρω υποβάθμισης και καθημερινής ασφυκτικής πίεσης είναι το κατάλληλο έδαφος από το οποίο μπορούν να ξεπηδήσουν οι πιο αντιδραστικές απόψεις και πρακτικές. Είναι το έδαφος στο οποίο κάθε ρατσιστής και κάθε φασίστας θα βρει τροφή και τόνωση για την εθνική του συνείδηση.

Κι, όμως, παρόλο που τα αφεντικά και το ελληνικό κράτος προχωρούν εδώ και καιρό σε συντονισμένα, στοχευμένα και αποφασιστικά χτυπήματα εις βάρος της εργατικής τάξης, η τελευταία δείχνει να πελαγοδρομεί μεταξύ απελπισίας και θρήνου για τα “κεκτημένα”. Δείχνει να έχει καταπιεί την καραμέλα περί “δημόσιου χρέους” και να αναγνωρίζει ότι πράγματι για όλα φταίνε απροσδιόριστοι παράγοντες όπως οι σπατάλες, η κακοδιαχείριση και τα πανταχού παρόντα “λαμόγια”. Τη στιγμή που βρίσκεται σε εξέλιξη μια διαδικασία παραγωγής νέων κοινωνικών διαχωρισμών, τη στιγμή που αναδιατυπώνονται οι όροι με τους οποίους θα “γίνεται η δουλειά” για τα πολλά επόμενα χρόνια, η απουσία των απαραίτητων εργαλείων για την κατανόηση της κατάστασης γίνεται αισθητή σε κάθε βήμα. Και το σίγουρο είναι ότι τα εργαλεία θα απουσιάζουν για όσο ακόμα διάστημα εξακολουθούν να υπάρχουν οι “πολυτέλειες” των προηγούμενων δεκαετιών και η εργατική τάξη αρνείται να έρθει αντιμέτωπη με τα όσα έκανε (κι όσα δεν έκανε) τότε. Το πρόβλημα, βέβαια, είναι ότι ο ελληνικός καπιταλισμός δεν θα δείξει κανενός είδους κατανόηση και συμπόνια σε εκείνους που προορίζει με τον έναν ή τον άλλο τρόπο να τους αλέσει, αναγκάζοντάς τους να ζουν με κάτι λιγότερο από χαρτζιλίκι, σε ένα καθεστώς μόνιμης αβεβαιότητας. Και είναι ακριβώς αυτοί που θα υποχρεώνονται κάθε ημέρα και περισσότερο να παίρνουν αποφάσεις που θα τους βαραίνουν με τρόπους ολότελα καινούριους. Γιατί το διακύβευμα είναι πλέον η επιβίωση και οι συγκεκριμένες αποφάσεις θα κοστίζουν πολύ.


Αρέσει σε %d bloggers: