σχιζό metropolitans #8 – Habent sua fata libelli – Σημειώσεις για την κρίση ή πώς οι απόψεις αποκτούν τη δική τους ζωή

Προφανώς η προσπάθεια να κατανοήσεις το κόσμο γύρω σου, με έναν τρόπο που όχι μόνο να εξηγεί επαρκώς αυτά που βιώνουμε, αλλά και να υποδεικνύει κατευθύνσεις προς τις οποίες θα πρέπει να κινηθούμε, δεν είναι εύκολο πράμα. Ενώ επίσης προφανώς, το να ξεκινήσεις με μία σφιχτή δογματική ματιά που προσπαθεί να στριμώξει την πραγματικότητα σε προκατασκευασμένες εξηγήσεις, είναι σίγουρα ο χειρότερος δρόμος για να ακολουθήσεις. Με τις απορίες και τις αδυναμίες μας να μάς πιέζουν όλο και περισσότερο, βγάλαμε δύο μικρές εκδόσεις (“the panic is on” και “ανεργία μια δουλειά με μέλλον” που συνόδευαν το περιοδικό σχιζό στα τεύχη #2 και #6 αντίστοιχα), με τις οποίες προσπαθήσαμε να διατυπώσουμε μια αρχική άποψη. Όπως λέγαμε και τότε, η θέση μας “σε καμία περίπτωση δεν είναι ολοκληρωμένη. Μπορεί να ιδωθεί ως μια πρώτη τοποθέτηση πάνω σε έναν διάλογο που έχει ανοίξει εδώ και καιρό γύρω από την κρίση, τον χαρακτήρα και τις αιτίες της. Θα επανέλθουμε στο μέλλον«. Παρακάτω, θα προσπαθήσουμε να προχωρήσουμε σε κάποιες διευκρινήσεις για τα όσα υποστηρίξαμε, αναγνωρίζοντας για άλλη μια φορά ότι τα όσα λέγονται σε καμία περίπτωση δεν έχουν ένα χαρακτήρα τελικής τοποθέτησης.

1) Οι πορτοκαλί σελίδες

Η γλώσσα των αφεντικών όμως, έχει συντακτικό και γραμματική εχθρικά προς εμάς και το ζήτημα δεν είναι απλώς να τα μάθουμε. Το ζήτημα είναι να μπορούμε να τα μεταφράζουμε. Τα απαραίτητα εργαλεία γι’ αυτή τη μετάφραση μπορεί να τα βρει κάποιος μόνο στην καθημερινή συνθήκη εκμετάλλευσής του και στη συμμετοχή στα κινήματα ανταγωνισμού ως προς αυτήν”.

Η προσπάθειά μας να μιλήσουμε για την κρίση, το παρελθόν και το μέλλον της, δεν είναι μια προσπάθεια να κατανοήσουμε την “οικονομία”. Η “οικονομία” διδάσκεται σε πανεπιστήμια τύπου ΑΣΟΕΕ και ουδεμία σχέση, πέρα από την κριτική, μπορεί να έχει με τα κινήματα. Το πρόβλημα με την απορία όλων μας απέναντι στις εξελίξεις, όπως αυτές παρουσιάζονται στις εφημερίδες και στα δελτία ειδήσεων, δεν είναι απλώς ένα πρόβλημα που έχει να κάνει με την έλλειψη γνώσεων και γι’ αυτό δεν λύνεται με την ανάγνωση εγχειριδίων μάκρο- ή μίκρο- οικονομίας και μόνο.

Ζούμε σε έναν κόσμο όπου η επίσημη οικονομική ανάγνωση μοιάζει να είναι η μόνη λογική εξήγηση. Οι πίνακες και τα διαγράμματα των οικονομικών μοιάζουν να είναι η αρχή και το τέλος των πάντων και αυτό το βιώνουμε καθημερινά. Όμως αυτή δεν είναι η πραγματική πραγματικότητα, είναι μια ψεύτικη μεν, αλλά πλήρως λειτουργική πραγματικότητα.

Τι σημαίνει, όμως, “πλήρως λειτουργική ψεύτικη πραγματικότητα”; Σημαίνει το έξης: τα αφεντικά και οι διανοούμενοί τους έχουν αναπτύξει τα εργαλεία και τις αντιλήψεις που τους επιτρέπουν να κινούνται στον κόσμο. Τα εργαλεία αυτά είναι έτσι δομημένα ώστε να αποκρύπτουν την πραγματικότητα της ταξικής εκμετάλλευσης και του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, παρουσιάζοντας τα όλα ως μια “φυσιολογική και δικαιολογημένη κατάσταση”. Λέμε, δηλαδή, πως αυτά που λένε είναι ψέματα και πως πρέπει απλώς να τα αρνηθεί κανείς; Όχι. Οι θεωρίες των αφεντικών για την οικονομία είναι πλήρως λειτουργικές, και δεν θα μπορούσε να είναι αλλιώς. Δεν μιλάμε εδώ για μια περίπτωση όπου κάποιος λέει ένα “ψέμα” για να κοροϊδέψει τους γύρω του, πολύ περισσότερο που αυτά που λένε και κάνουν (και παρουσιάζονται ως οικονομική θεωρία) είναι όντως αποτελέσματα έρευνας και διεκδικούν μια “αδιαμφισβήτητη εγκυρότητα”. Θέλουμε να πούμε πως οι διάφορες επίσημες οικονομικές εξηγήσεις σκοπό δεν έχουν να παραπλανήσουν, αλλά πολύ περισσότερο να περιγράψουν τον κόσμο μέσα από τα μάτια των αφεντικών. Δεν μπορεί κάποιος από την σκοπιά του ταξικού ανταγωνισμού να τις μελετήσει για να βρει πού είναι το λάθος τους και να ξεμπερδέψει μαζί τους, γιατί “λάθος” δεν υπάρχει. Αντίθετα, μπορεί να πειστεί ο ίδιος για το δικό του λάθος και τίποτα άλλο.

Έχουμε έναν πραγματικό κόσμο με τη βία και την εκμετάλλευσή του και έχουμε και ένα διαφορετικό, παράλληλο του πραγματικού, επίπεδο που αντιστοιχεί και ερμηνεύει ένα προς ένα τα στοιχεία του πραγματικού επιπέδου. Αν κινείσαι στο πλαίσιο αυτού του επιπέδου μπορείς να ζεις μια κατάσταση ψεύτικη, αλλά τίποτα δεν μπορεί να σου αποδείξει ή υποδείξει την πραγματικότητα γιατί όλα μοιάζουν να ταιριάζουν σωστά. Η οικονομική επιστήμη είναι σαν το παραλήρημα ή το όνειρο. Όσο βρίσκεσαι εντός του, τίποτα δεν μπορεί να σε πείσει πως τα πράγματα έχουν αλλιώς. Αυτός είναι ο φετιχιστικός χαρακτήρας της οικονομίας και γι’ αυτό όποιος θέλει να τον πολεμήσει πρέπει πρώτον να ξεπεράσει τα σκοτάδια του αναλφαβητισμού του και ταυτόχρονα να ξεκινήσει μια ερμηνεία έξω και ενάντια από την πολιτική οικονομία των πανεπιστημίων. Πρέπει να φτιάξει έναν δρόμο διαφορετικό από αυτόν των πορτοκαλί σελίδων, μιας και η αρχή του νήματος για την έξοδο από τον λαβύρινθο βρίσκεται στην κεντρικότητα της ταξικής εκμετάλλευσης και στη συμμετοχή στον αγώνα εναντίον της.

2) Το αυγό και η κότα

Αρχίζοντας να μιλάμε για την κρίση, το πρώτο που επαναφέραμε ήταν το γνωστό σχήμα του κύκλου του κεφαλαίου Χ-Ε-Χ’ στην ανεπτυγμένη του μορφή: Χ-Ε<εδμπ … Π… Ε΄-Χ+ΔΧ. Ο καπιταλιστής με το κεφάλαιό του (Χ) αγοράζει τα εμπορεύματα, μέσα παραγωγής, πρώτες ύλες κλπ (μπ) και προσλαμβάνει εργάτες (εδ). Τα βάζει όλα αυτά στην παραγωγή (Π) και παράγει ένα νέο εμπόρευμα μεγαλύτερης αξίας από το αρχικό (Ε’), το οποίο αν το πουλήσει θα ξαναπάρει το αρχικό του κεφάλαιο (Χ) συν μια υπεραξία (ΔΧ). Λέγαμε: “Έχουμε δηλαδή έναν κύκλο, μια απαραίτητη διαδοχή γεγονότων που παράγει κέρδος για τον ιδιοκτήτη. Τώρα, κάθε κόλλημα σε αυτή τη διαδικασία θα εμποδίσει και θα παγώσει τον κύκλο του εμπορεύματος και άρα την παραγωγή κέρδους για τα αφεντικά”. Και πιο κάτω: “Μία κρίση, η οποία μοιάζει χρηματιστηριακή, αλλά δεν είναι. Η πηγή της είναι η τεχνολογική εντατικοποίηση, η μείωση της καταναλωτικής δύναμης των εργατών, η ανεργία. Η πηγή της κρίσης είναι η αδυναμία/παρεμπόδιση να καταναλώσουν οι εργάτες τον πλούτο που οι ίδιοι παράγουν. Υπερσυσσώρευση μοιάζει να λέγεται αυτό”.

Υπερσυσσώρευση ή υποκατανάλωση; Αυτό είναι το ερώτημα που μοιάζει να καλείται να απαντήσει κάθε φορά που πρέπει να τοποθετηθεί κάποιος για την κρίση. Νομίζουμε ήμασταν ξεκάθαροι: Υπερσυσσώρευση (εμπορευμάτων) και υποκατανάλωση (εμπορευμάτων) είναι ακριβώς το ίδιο πράμα. Ακόμα, υπερσυσσώρευση (…Ε-) και υποκατανάλωση (-Χ΄) είναι ακριβώς το ίδιο και με έλλειψη ρευστότητας (Χ-), ανεργία (-εδ…), στασιμότητα στην παραγωγή (..Π..). Από τη στιγμή που ο κύκλος του κεφαλαίου έχει σκουριάσει και δεν κινείται με την “επιθυμητή” ταχύτητα, τότε κάθε σημείο του κύκλου είναι εξίσου σταματημένο. Πώς θα μπορούσε να ήταν αλλιώς;

Γιατί όμως επιλέγουμε να μιλάμε για υπερσυσσώρευση τελικά; Ο κύκλος που περιγράφουμε ακριβώς παραπάνω δεν είναι κάποιο φυσικό φαινόμενο, όπως ο κύκλος του νερού. Είναι ο τρόπος άντλησης υπεραξίας του κεφαλαίου από την εργατική δύναμη. Είναι ο τρόπος που τα αφεντικά εκμεταλλεύονται τον εργάτη τους στον καπιταλισμό. Γι’ αυτό και κάθε βήμα του δεν μπορεί να ιδωθεί χωριστά, αλλά ενιαία, σαν διαδικασία. Αυτό είναι το κεφάλαιο· αυτή η διαδικασία στο σύνολό της είναι η ύπαρξή του. Τα εμπορεύματα που μένουν στις αποθήκες είναι κεφάλαιο με τη μορφή του εμπορευματικού κεφαλαίου που δεν αξιοποιείται, τα ακινητοποιημένα μέσα παραγωγής είναι παραγωγικό κεφάλαιο που δεν αξιοποιείται, το χρήμα που μένει φυλαγμένο είναι χρηματικό κεφάλαιο που δεν αξιοποιείται. Δεν έχουμε κάποια υπερσυσσώρευση απούλητων εμπορευμάτων, αλλά έχουμε υπερσυσσώρευση κεφαλαίου και ο λόγος είναι γιατί δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί επαρκώς η αναγκαία συνθήκη που θέτει τον όλο μηχανισμό σε κίνηση: η παραγωγή υπεραξίας από την εργασία των εργατών.

Οπότε έχει κάποια σημασία το να μπορείς να καταλάβεις την πηγή της σημερινής κρίσης; Ποιο το νόημα από τη στιγμή πού όλες οι εξηγήσεις είναι λειτουργικές; Πράγματι, από τη στιγμή που ο κύκλος του κεφαλαίου έχει σταματήσει συνολικά, η εμπειρία δεν είναι επαρκής για να παραγάγει συμπεράσματα. Εμείς όμως πιστεύουμε πως έχει μεγάλη σημασία, γιατί κατανοώντας τη γενεαλογία της κρίσης ταυτόχρονα καταλαβαίνεις και τι πρέπει να δεχτείς και τι όχι. Καταλαβαίνεις πώς πρέπει να κινηθείς. Γιατί αν βλέπεις στην κρίση μια υπερσυσσώρευση εμπορεύματος, τότε μια νεοκεϋνσιανή φιλολογία μοιάζει απαραίτητη. Αν το κεφάλαιο αναγκαζόταν από το κράτος να δώσει λεφτά στους καταναλωτές (ώστε με αυτά τα λεφτά να αγοράσουν τα υπερσυσσωρευμένα προϊόντα), τότε ο κύκλος θα ξανάρχιζε να κινείται και θα βγαίναμε από την κρίση. Αυτό, λέει η φιλολογία, πως δεν γίνεται γιατί το κάθε αφεντικό κοιτώντας το ατομικό του συμφέρον δεν βλέπει το συλλογικό του συμφέρον (των αφεντικών), πως ενώ θα ήταν χαρούμενο αν όλοι γύρω του, με εξαίρεση το ίδιο, έδιναν αυξήσεις στους υπαλλήλους τους, κανείς δεν παίρνει την πρωτοβουλία να το κάνει πρώτος και για αυτό το κράτος προχωρά σε παρεμβάσεις για το γενικό καλό (του κράτους, των αφεντικών και των εργατών τους).

Το κράτος όμως δεν είναι κάποιου είδους ανεξάρτητο και ουδέτερο εργαλείο που μπορεί να διεκδικήσει τα συμφέροντα όλων (τα οποία, φυσικά, δεν είναι και κοινά). Το κράτος είναι ο εγγυητής της ταξικής σχέσης εκμετάλλευσης. Το κράτος είναι αυτό που, όταν χρειαστεί, θα ασκήσει την ταξική βία κατά των εργατών.

Παρόλ’ αυτά, η συγκεκριμένη κρίση δεν ξεκίνησε από κάποια ανισορροπία στους δείκτες της οικονομίας όπου περιμένει το κρατικό χέρι (ή το αόρατο χέρι) για να τους ρυθμίσει. Δεν ξεκίνησε από κάποια αποθήκη απούλητων προϊόντων. Ξεκίνησε από τους σκληρούς ταξικούς αγώνες σε όλον τον κόσμο τις δεκαετίες ’60-’70, την αντεπίθεση των αφεντικών, την απορρύθμιση δηλαδή που προκάλεσαν οι ίδιοι οι εργάτες και την ανικανότητα των αφεντικών έκτοτε να ξαναγυρίσουν στην “ομαλότητα”. Γι’ αυτό και καμία σοσιαλδημοκρατία, κανένας κρατικός πατερναλισμός και καμία κεϋνσιανή αποδοκιμασία των golden boys και της “χρηματιστηριακής οικονομίας” δεν πρόκειται να μας γλιτώσουν από αυτά που σχεδιάζονται εναντίον μας.

3) Συντηρώντας την εργατική τάξη

«Ανεργία για τα αφεντικά σημαίνει αναξιοποίητοι πόροι. Σημαίνει χέρια που θα μπορούσαν να εργάζονται (για αυτούς) παράγοντας υπεραξία, χέρια που τώρα αδρανούν. Μήπως βρέθηκε επιτέλους το μοναδικό σημείο που οι εργάτες έχουν κοινό με τα αφεντικά τους; Όχι, βέβαια. Όταν τα αφεντικά μιλάνε για αναξιοποίητους πόρους, αναφέρονται μόνο στην περίπτωση που οι εν λόγω πόροι θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν με κερδοφόρο τρόπο. Αυτό εν μέσω κρίσης, όπου ο κύκλος του εμπορεύματος έχει σκουριάσει (και σκουριάζει όλο και περισσότερο), μεταφράζεται στην ανάγκη άντλησης περισσότερης εργασίας από όλο και λιγότερους εργάτες«.

Και είναι πράγματι “αναξιοποίητοι πόροι” οι άνεργοι. Τα αφεντικά όντως θα προτιμούσαν να εκμεταλλεύονταν την εργατική τους δύναμη από το να την αφήνουν να σαπίζει. Με την προϋπόθεση, όμως, πως θα την εκμεταλλεύονταν επαρκώς. Αυτό εν μέσω κρίσης είναι αδύνατο και γι’ αυτό η ανεργία θα συνεχίσει να αυξάνει. Υπάρχει, βέβαια, μια πολύ συγκεκριμένη παρανόηση. Μια παρανόηση που λέει πως από τη στιγμή που τα αφεντικά εξαρτώνται από την εκμετάλλευση της εργατικής δύναμης του εργάτη, δεν θα την πειράξουν κιόλας. “Χωρίς εσένα γρανάζι δεν γυρνά, εργάτη μπορείς χωρίς αφεντικά” φωνάζεται στις διαδηλώσεις (και καλώς γίνεται), αλλά ο κάθε εργάτης ξέρει πως για το αφεντικό του δεν είναι τίποτα να τον πετάξει στο δρόμο ή και να επιλέξει τη φυσική του εξόντωση. Πώς εξηγείται η ταυτόχρονη αναγκαιότητα από τα αφεντικά της εργατικής δύναμης και η ταυτόχρονη μαζική καταστροφή της; Πώς εξηγούνται οι πόλεμοι και οι λιμοί ή ακόμα και τα ναζιστικά στρατόπεδα εξόντωσης και οι γενοκτονίες;

Είναι σίγουρο ότι τα αφεντικά εξαρτώνται απόλυτα από την ύπαρξη και εκμετάλλευση της εργατικής δύναμης της εργατικής τάξης. Της εργατικής τάξης όμως στο σύνολο της, και όχι του κάθε μεμονωμένου εργαζόμενου. Αν η εξόντωση ενός μέρους της εργατικής τάξης κάνει την υπόλοιπη πιο πειθαρχημένη και πιο εκμεταλλεύσιμη, τότε τα αφεντικά δεν θα διστάσουν δευτερόλεπτο να προχωρήσουν στις πιο άγριες σφαγές. Το έχουν ξανακάνει και θα το ξανακάνουν.

Ο καπιταλισμός έχει ανάγκη την εργατική τάξη και γι’ αυτό φροντίζει για την αναπαραγωγή της. Αυτό σημαίνει πως το κεφάλαιο πρέπει να μεριμνήσει για την αναπαραγωγή του διπλού χαρακτήρα του εργάτη. Από την μια πρέπει να παράγονται εργάτες με την υλικότητά τους σε επαρκή ποσότητα. Να έχουν φαγητό και σπίτι, να είναι υγιείς και ικανοί να αντεπεξέλθουν στις ανάγκες του κεφαλαίου. Από την άλλη όμως, κι αυτό είναι εξίσου σημαντικό, θα πρέπει να είναι και επαρκώς “εκμεταλλεύσιμοι”, θα πρέπει οι αγώνες τους να μην δημιουργούν εμπόδια, θα πρέπει το επίπεδό ζωής τους να μην ξεφεύγει τόσο ώστε η εκμετάλλευση να γίνεται αδύνατη, θα πρέπει το κόστος τους να είναι τόσο χαμηλό όσο ζητάνε οι εκάστοτε καιροί. Και σε εποχές υπερσυσσώρευσης κεφαλαίου, θα πρέπει να είναι όσο πιο χαμηλό γίνεται. Και φυσικά θα πρέπει να υπάρχει εκείνη η βία που θα κάνει πραγματικότητα και το μεν και το δε.

«Ο «πόλεμος» και η «άμυνα» αποτελούν ένα βασικό, αν και μη αναγνωρισμένο τμήμα της αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης, το οποίο μπορεί να φτάσει να επιβάλλει τον αφανισμό εκατομμυρίων εργατών. Το Άουσβιτς, το Νταχάου και το Μπέλσεν ήταν εργοστάσια εξολόθρευσης και το προϊόν τους -η ασφυξία και ο θάνατος τόνων ανθρώπινων σωμάτων- ήταν μια βασική στιγμή της «εργατικής πολιτικής» του ναζιστικού κεφαλαίου. Η αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης δεν πρέπει να θεωρείται ταυτόσημη με την αναπαραγωγή των «ανθρώπινων σωμάτων» ή των «ανθρώπινων όντων». Επιπλέον οι κρατικές δαπάνες για την «κοινωνική πρόνοια» μπορούν μια χαρά να είναι αμυντικές δαπάνες«1.

Αν αυτά χρειάζεται για να ξανακινηθεί το σύστημα, αν αυτό χρειάζεται για να ξαναέρθει η “ανταγωνιστικότητα” και να πέσει το “εργασιακό κόστος” εκεί που πρέπει, το κράτος και τα αφεντικά θα τα κάνουν. Kαι την ανεργία 40+%, και την πείνα και τον πόλεμο και την εξόντωση και ό,τι άλλο χρειάζεται.

1  Το απόσπασμα προέρχεται από το κείμενο του George Caffentzis, “The work energy crisis and the Apocalypse”. Το συγκεκριμένο κείμενο (καθώς και άλλα) θα κυκλοφορήσει σύντομα από το Αρχείο 71.


Αρέσει σε %d bloggers: