σχιζό metropolitans #9 – Η στρατο-αστυνομο-ιατρική στις επάλξεις

 

 

Στις αρχές του Απριλίου έδωσαν κοινή συνέντευξη τύπου ο Μιχάλης Χρυσοχοϊδης, τότε υπουργός δημοσίας τάξης, και ο Ανδρέας Λοβέρδος, τότε υπουργός υγείας για το “μεταναστευτικό πρόβλημα”. Εν μέσω εξαγγελιών για κρατικά οργανωμένο πογκρόμ κατά των παρανομοποιημένων μεταναστών και για ίδρυση ακόμη περισσότερων στρατοπέδων κράτησης, κρίθηκε απαραίτητη για την ενίσχυση των στόχων τους μια κοινή εμφάνιση των δύο υπουργών. Εκεί, μεταξύ όλων των άλλων, δήλωσαν πως το “μεταναστευτικό αποτελεί υγειονομική βόμβα που είναι έτοιμη να εκραγεί”, πως “έχουν αυξηθεί τα μεταδιδόμενα νοσήματα παράλληλα με την εγκληματικότητα”. Έτσι, εξήγγειλαν ότι “προχωρούν άμεσα υγειονομικοί έλεγχοι σε όλο το μεταναστευτικό πληθυσμό, ενώ θα σφραγίζονται αμέσως, τα σπίτια στα οποία διαμένουν παράνομα και μαζικά μετανάστες”, ενώ “πιστοποιητικό υγείας” θα πρέπει να έχει όποιος μετανάστης εργάζεται στην Ελλάδα1.

Ο καλπάζων φασισμός των παραπάνω δηλώσεων πιστεύουμε είναι κάτι περισσότερο από προφανής για κάθε νοήμον ον. Δεν θα ασχοληθούμε, όμως, σε αυτό το σημείο με τον φασιστικό, ολοκληρωτικό πόλεμο που έχει κηρύξει το ελληνικό κράτος εναντίον της εργατικής τάξης. Θα προσπαθήσουμε να εστιάσουμε σε ένα άλλο, όχι και τόσο προφανές σημείο. Η αποκτήνωση του κοινού και ο εθισμός στη βαρβαρότητα κάνουν την παρουσία του υπουργού υγείας να μη μοιάζει και τόσο “περίεργη” στο πλάι του υπουργού δημόσιας τάξης.

Μπορεί να μοιάζει “φυσιολογικό” ο αρχηγός των μπάτσων να μπλέκεται σε τέτοιες δουλειές, στο κάτω κάτω καπιταλισμό (και μάλιστα σε κρίση) έχουμε, κι αν ο αρχηγός αυτής της συμμορίας των κορκονέιδων δεν την κινητοποιήσει για το ταξικό συμφέρον των αφεντικών, τότε τι θα κάνει; Στο κάτω κάτω, ο φασισμός πάντα ήταν το δυνατό χαρτί των υπουργείων “δημοσίας τάξης”. Ο αρχηγός των γιατρών όμως φαντάζει “παράδοξος” στο πλάι του. Οι γιατροί δεν είναι εκείνοι που όλοι λένε πως έχουν στόχο να “βοηθήσουν τον συμπολίτη που έχει ανάγκη”, “να τον θεραπεύσουν ή να του απαλύνουν τον πόνο”; Οι γιατροί δεν είναι, τάχα, το πρόσωπο του κράτους για το οποίο θα πρέπει να παλέψουμε· το αντίθετο του μιλιταρισμού και της αστυνομίας; Και αφού είναι το αντίθετο της αστυνομίας τι δουλειά έχει στο πλάι της να σχεδιάζει την εξόντωση της εργατικής τάξης; Πώς εξηγείται αυτό το “παράδοξο” του λεγόμενου “κοινωνικού κράτους” που όποτε χρειαστεί και χωρίς τριβές και αντιστάσεις γίνεται ακριβώς όσο αντικοινωνικό χρειάζεται;

Για να προσπαθήσουμε να το λύσουμε θα γυρίσουμε αρκετά πίσω και συγκεκριμένα στις απαρχές του ελληνικού κράτους. Θα προσπαθήσουμε, με άλλα λόγια, να δούμε την ιστορική διαδικασία που γέννησε το σύστημα υγείας στην Ελλάδα.

Ένα κράτος γιεννιέται

Εκεί κάπου στα τέλη του 17ου και στις αρχές του 18ου αιώνα, η Ευρώπη πέρναγε μέσα από μια μεγάλη διαδικασία δημιουργίας· της δημιουργίας του ορθολογικού κράτους. Ενός κράτους που υποτίθεται πως δεν θα βασιζόταν στην αυθαίρετη εξουσία, αλλά θα κυβερνούσε με βάση τους κανόνες του “ορθού λόγου”. Οι αστοί και η επιστήμη τους καταλάμβαναν, δηλαδή, την εξουσία συγκροτώντας το σύγχρονο κράτος. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια, η οπτική απέναντι στην αρρώστια, αλλά και η διαχείρισή της αλλάζει.

Η αρρώστια θεωρούνταν ως τότε είτε προσωπική ευθύνη, μέρος και συνώνυμο της φτώχειας οπότε και αφηνόταν στην τύχη της, είτε ως θεϊκή τιμωρία οπότε και οι δυνατότητες παρέμβασης θεωρούνταν ελάχιστες. Σιγά σιγά, άρχισε να γίνεται κατανοητό πως η αρρώστια δεν είναι μόνο μια υπόθεση των φτωχών, αλλά πως μια επιδημία μπορεί να αφορά εξίσου και την ελίτ της κοινωνίας. Ακόμα, επιδημίες σαν αυτές που είχε περάσει η Ευρώπη τον Μεσαίωνα θα μπορούσαν να αποδιοργανώσουν πλήρως την κρατική μηχανή, καθιστώντας την εύθραυστη και προβληματική2. Τέλος, οι επιδημίες πανούκλας είχαν καταστήσει σπάνιο, και άρα και ακριβό, το πιο σημαντικό εμπόρευμα στο οικονομικό σύστημα που παντού επικρατούσε· την εργατική δύναμη. Οι γενήσεις έπρεπε να αυξηθούν, οι εκτρώσεις να κυνηγηθούν, η παιδική θνησιμότητα να εμποδισθεί.

Και κάπως έτσι, το ορθολογικό κράτος απέκτησε ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την υγεία και την ιατρική. Ένα ιατρικό ενδιαφέρον που, όμως, δεν ήταν θεραπευτικό, αλλά νοιαζόταν πολύ περισσότερο για την καταγραφή, την οριοθέτηση και την παρατήρηση. Η κρατική παρέμβαση έχει πολύ περισσότερο να κάνει με τις συνθήκες και τους τρόπους ζωής, με τη διατροφή, την κατοικία, το περιβάλλον, κ.ά. Τα πρώτα νοσοκομεία ήταν, λοιπόν, πολύ περισσότερο χώροι παρατήρησης της αρρώστιας των φτωχών, με σκοπό να εξαχθούν συμπεράσματα για τους πλούσιους.

Το ελληνικό κράτος προσπαθώντας να συγκροτηθεί στη δεκαετία του 1830, είχε αυτούς αλλά και άλλους ιδιαίτερους λόγους για να υιοθετήσει την ορθολογική ιατρική ματιά. Οι επεκτατικοί του στόχοι και η ανάγκη “εθνικής ομοιογένειας” προϋπέθεταν την επιβίωση και την αύξηση του “ελληνικού” πληθυσμού εντός και εκτός των συνόρων του. Εξαρχής, λοιπόν, το ελληνικό κράτος αποκτά ένα “σύστημα δημόσιας υγείας”, το οποίο υπαγόταν στο υπουργείο εσωτερικών, όπως και οι αστυνομικές υπηρεσίες…

Γιατροί με σύνορα

Η γειτνίαση αυτή δεν ήταν ούτε συμπτωματική, ούτε χάριν οικονομίας χώρου. Εξαρχής οι δύο κρατικές υπηρεσίες θεωρούνταν πως αποτελούν δυο αλληλοσυμπληρούμενες και απαραίτητες διαδικασίες. Ο σκοπός του γιατρού δεν ήταν η ιατρική εξέταση ενός μεμονωμένου πάσχοντα. Το κρατικό ενδιαφέρον για την υγεία εκφραζόταν ως εξής: έπρεπε να εμποδισθεί να μπει η αρρώστια από “έξω”. Η αρρώστια θεωρούνταν πως ερχόταν πάντα από “αλλού”, αφού ήταν “αδύνατον” να εμφανιστεί στο εσωτερικό της χώρας. Έτσι, κύριο ιατρικό μέλημα ήταν η προστασία των συνόρων. Η προστασία αυτή γινόταν μέσω των διαφόρων θεσμών καραντίνας, θεσμών που αν και ελέγχονταν σε ένα ανώτερο επίπεδο από γιατρούς, όλη την πρακτική δουλειά την έκανε η αστυνομία και ο στρατός, που είναι και οι πλέον “κατάλληλοι για τη φύλαξη” των συνόρων.

Η τεχνογνωσία της φύλαξης των συνόρων πέρναγε και στο εσωτερικό του ελληνικού κράτους, όποτε εμφανιζόταν κάποια επιδημία, με αποτέλεσμα να μπαίνουν σε καραντίνα ολόκληρες πόλεις ή νομοί, ενώ την είσοδο και έξοδο από αυτές τις περιοχές την αναλάμβανε ο στρατός. Μάλιστα, για την όποια διέλευση απαιτούνταν ένα είδος εσωτερικού διαβατηρίου που εξέδιδε η αστυνομία σε συνεργασία με γιατρούς. Το δε εσωτερικό των πόλεων αυτών, το αναλάμβανε μια μικτή διοίκηση αστυνόμων-γιατρών που χώριζε την πόλη σε τομείς και την επιτηρούσε, ενώ ταυτόχρονα φρόντιζε για τον περιορισμό όσον είχαν αρρωστήσει.

Η ιατρική της εποχής ακολουθώντας ουσιαστικά μεσαιωνικές και αριστοτελικές πρακτικές, πιστεύοντας ακόμα στα τέσσερα υγρά του σώματος και της υγιούς αναλογίας τους (το αίμα, το φλέμα, η μαύρη και η κίτρινη χολή, αντιστοιχούν στις αριστοτελικές αρχές της ύλης, δηλαδή τη γη, το νερό, τη φωτιά και τον αέρα), όπως και στον μολυσμένο αέρα (μιάσματα), αδυνατούσε ουσιαστικά να παράσχει οποιουδήποτε είδους ουσιαστική φροντίδα ή περίθαλψη στους αρρώστους. Και αυτό ήταν κάτι που το αναγνώριζαν και οι ίδιοι οι γιατροί. Σον αφορά τώρα πρακτικές όπως ο αερισμός των χώρων, το θειάφισμα, η απολύμανση με ξύδι και οι εντριβές με υδράργυρο που ακολουθούσαν, ελάχιστα διέφεραν σε ποιότητα και σε αποτελεσματικότητα από εκείνες της εμπειρικής ιατρικής, την οποία υποτίθεται πως αντιπαλεύονταν ως “φορείς του ορθού λόγου”. Και για αυτό, τελικά, ελάχιστοι ασθενείς ζητούσαν τις υπηρεσίες τους. Αφού, όμως, δεν ήταν θεραπευτικός ο ρόλος τους, τότε τι ήταν; Ουσιαστικά, οι επίσημοι γιατροί συνεργάζονταν με την αστυνομία ώστε να ανακαλύπτουν τον ασθενή και να τον βάζουν σε υποχρεωτική απομόνωση. Ο ασθενής όχι μόνο δεν τους έψαχνε, αλλά και τους κρυβόταν κιόλας.

Η περιγραφή της “συμβολής” του ιατρικού σώματος στην καταπολέμηση της επιδημίας πανώλης στον Πόρο το 1837 είναι χαρακτηριστική:

Επαρουσιάζοντο όλοι (οι γιατροί) ταυτοχρόνως ως αγέλη βουβαλίων εξηγριωμένων, ετοίμων και με τα οπλάς και με τα κέρατα να βλάψωσι τους επισκεπτομένους. Μερικοί εξ αυτών εφόρουν πανοπλίαν, ξίφος δηλαδή και πτερνιστήρια, άλλος πιστόλια μόνον, άλλος σουβλεράν ράβδον με την οποίαν εξέταζεν την μασχάλην και τα βουβωνικά μέρη παίδων, κορασίων, ανδρών και γυναικών. Οι εξεταζόμενοι δεν ήθελον φοβηθή τόσον τον αρχάγγελον Γαβριήλ ερχόμενον να τους ζητήση την ψυχήν, ως εταράττοντο βλέποντες αυτό το στίφος των ενόπλων Τευτόνων και Φράγκων Λελέγγων3. Οι κατεταραγμένοι, κατατεθλιμμένοι και χάσαντες συγγενείς και μέρος της κινητής περιουσίας των Πόριοι είχον μεγίστην ανάγκην και υλικής και ηθικής παρηγορίας, την οποίαν ήτο αδύνατον να φέρωσιν εις αυτούς ραβδούχοι, οπλοφόροι και μη γινώσκοντες κάν την γλώσσαν των ιατροί”4.

 “Μακρο-ιατρική”

Το ελληνικό κράτος, λοιπόν, εκείνα τα χρόνια και πολύ πριν την ύπαρξη της κεϋνσιανής ρύθμισης που έχει μείνει γνωστή ως “κοινωνικό κράτος”, είχε ένα ενδιαφέρον για την υγεία· και μάλιστα έντονο. Ένα ενδιαφέρον, όμως, πολύ “ιδιαίτερο”… Για να το πούμε αλλιώς, το ελληνικό κράτος εφάρμοζε μια πολιτική που θα μπορούσε να ονομαστεί “μακρο-ιατρική”. Η αρρώστια και οι κοινωνικο-πολιτικές της συνέπειες έπρεπε να ελεγχθούν. Δεν υπήρχε, βέβαια, ούτε η διάθεση ούτε και το χρήμα (ούτε και η ικανότητα) να θεραπευτεί ο κάθε μεμονωμένος ασθενής. Η ασθένεια, η αντιμετώπιση του πόνου, η θεραπεία και η επιβίωση αποτελούσαν προσωπικές υποθέσεις του ασθενή. Η απομόνωσή του, όμως, και η εξασφάλιση της μη μετάδοσής της ήταν ευθύνη του αστυνόμου και του γιατρού5. Τελικά, η μόνη θεραπευτική μέθοδος που εφαρμοζόταν ήταν εκείνη του αποκλεισμού και της επιτήρησης. Και για αυτό απαιτούνταν και τα δύο βασικά πρόσωπα της ιστορίας μας:

Με μια γενικότερη έννοια, μπορούμε να υποστηρίξουμε οτι ολόκληρο το οικοδόμημα της “υγειονομικής αστυνομίας” που συγκροτείται τον περασμένο αιώνα για την καταπολέμηση της αρρώστιας και κυρίως της επιδημίας, στηρίζεται, έχει ανάγκη και εκφράζει αυτή τη στενή συνεργασία ανάμεσα στον αστυνόμο και τον γιατρό. Ή διαφορετικά, το σύνολο των μέτρων υγειονομικής προστασίας της εποχής εκφράζουν την αστυνομική διάσταση της ιατρικής σκέψης και πράξης. Την απόπειρα δηλαδή επιβολής περιορισμών, στην προκειμένη περίπτωση αποκλεισμών, προκειμένου να επιτευχθεί το “γενικό καλό””6.

Ο 19ος αιώνας, ακόμα και για την Ελλάδα, ήταν μια εποχή “διαφωτισμού”. Ήταν η εποχή της ανάδυσης των “ορθολογικών” κρατών, δηλαδή των καπιταλιστικών κρατών ταξικής καταπίεσης. Μια εποχή που στα πλαίσια του “ορθολογισμού”, η πολιτική οικονομία, ο ωφελιμισμός, ο μαλθουσιανισμός κλπ γίνονταν κρατικές πολιτικές. Ο Ιωάννης Ζαλλώνης, γιατρός και βουλευτής Τήνου, ενημερώνει το 1870 τη Βουλή για το πώς βλέπει τα πράγματα: “πολιτική οικονομία δεν είναι δυνατόν να υπάρξη άνευ κοινωνικής ευδαιμονίας. Αυτή δε γεννάται μόνον εκ του κοινωνικού έρωτος, όστις είναι ο της ιδιοκτησίας έρως”, “Αλλά ας μη λησμονώμεν παντελώς, ότι πρωτίστη ιδιοκτησία είναι η ανθρωπίνη μηχανή, το μόνον αντικείμενον της μελέτης του ιατρού, και ότι εκ της υγιεινής και ανθηράς αυτής καταστάσεως εξαρτώνται στενώς πάσαι αι λοιπαί εν τη κοινωνία ιδιοκτησίαι7”

Κατάργηση του “κοινωνικού κράτους” δεν σημαίνει εγκατάλειψη των κρατικών σχεδιασμών για την υγεία

Αν γυρίσουμε τώρα πίσω, εκεί απ’ όπου ξεκινήσαμε, στο σημείο δηλαδή που ο αρχηγός των μπάτσων σε συνεργασία με τον αρχηγό των γιατρών προετοιμάζουν από κοινού πογκρόμ κατά των μεταναστών εργατών, θα δούμε τώρα μια πολύ πιο γνώριμη εικόνα. Μια εικόνα με μεγάλη ιστορία. Πολύ πριν τη φιλολογία περί “κοινωνικού κράτους” ή και “κεκτημένων”, το κράτος είχε ένα έντονο και αυξημένο ενδιαφέρον για τη δημόσια υγεία. Το ενδιαφέρον αυτό ήταν αστυνομικό και αποσκοπούσε στον έλεγχο και τη ρύθμιση του πληθυσμού μέσα σε ένα αποδοτικό για την παραγωγή υπεραξίας πλαίσιο.

Αυτό που αργότερα επενδύθηκε με διάφορους μύθους, αλλά και αυτό που πράγματι ήταν εν μέρη τα “συστήματα υγείας” ως έμμεσος μισθός, δεν σταμάτησε ποτέ να έχει στον πυρήνα του εγγεγραμμένη την αστυνομική καταγωγή του.

Αν κάποιοι περιμένουν πως λόγω του δημόσιου χρέους θα δουν απλώς το δημόσιο σύστημα υγείας να καταρρέει αφήνοντας πίσω του συντρίμμια, ας το ξανασκεφτούν. Είναι δυνατόν το κράτος να εγκαταλείψει στην τύχη της τη ρύθμιση τόσο κεφαλαιωδών για τη λειτουργία του υποθέσεων; Εμείς λέμε, όχι βέβαια. Αυτό, βέβαια, σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει πως δεν θα παρακολουθήσουμε τον μετασχηματισμό του σε έναν φασιστικό και αστυνομικό μηχανισμό καταστολής και επιτήρησης. Ενώ όσο η διαδικασία ήττας θα συνεχίζει, η εικόνα των δύο υπουργών θα γίνεται όλο και πιο συχνή.

1Βλ. tvxs.gr/node/89833, και “«Υγειονομική βόμβα από τη μετανάστευση», διαπιστώνουν Λοβέρδος-Χρυσοχοΐδης”, Καθημερινή, 01/04/2012.

2Για την επιδημία χολέρας στην Αθήνα το 1854 διαβάζουμε: “Μπροστά σ’αυτή την τρομακτική κατάσταση “η Αρχή τα είχε χαμένα μέσα στας αθήνας. Όλα τα γραφεία ερήμωσαν, όταν εφούντωσε το κακό. Υπουργοί έφευγαν και όσοι έμειναν δεν εύρισκαν υπάλληλο να εργασθούν” (…), “νόμους , αστυνομία, νοσοκομεία, ιατρούς, πάντα και πάντας είχον παραλύσει ο φόβος και ο θάνατος, υπουργοί δε και νομάρχης και πολλοί των δημοσίων λειτουργών, καταλίποντες αυτογνωμόνως τας θέσεις, κατεύφυγον εις όροι και νήσους”. Αναφέρεται στο: Μαρία Κορασίδου, “Όταν η αρρώστια απειλεί”, Τυπωθήτω, 2002, σελ 117.

3Οι συγκεκριμένοι γιατροί δεν ήταν Έλληνες, αλλά είχαν έρθει από το εξωτερικό για να μεταλαμπαδεύσουν την ορθολογική ιατρική στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος.

4Κορασίδου, ό.π., σελ 102.

5Προφανώς η κατάσταση που περιγράφουμε αφορά συγκεκριμένους τόπους και χρόνους. Είναι εμφανής μια “αλλαγή παραδείγματος” σε σχέση με τον παλιότερο φιλάνθρωπο ευγενή γιατρό ή την/τον πρακτικό γιατρό που επικρατούσε ακόμα και τότε. Το πώς η “ομάδα” των γιατρών προσδέθηκε στο άρμα του κράτους και του κεφαλαίου ούτε προφανές είναι ούτε και συνιστά γραμμική εξέλιξη.

6Κορασίδου, ό.π., σελ 59.

7Κορασίδου, ό.π., σελ 177.

 


Αρέσει σε %d bloggers: