σχιζό metropolitans #9 – Πωλείται “ασφάλεια”. Τιμή συζητήσιμη

Η Ελλάδα είναι – ή έχει τη δυνατότητα να ξαναγίνει – ένας αρκετά χρήσιμος παίκτης σε διάφορους τομείς που αφορούν την εξωτερική πολιτική και την ασφάλεια, συμπεριλαμβανομένων των σχέσεων μεταξύ Ε.Ε και Τουρκίας, του Κυπριακού, της επέκτασης της Ε.Ε στα δυτικά Βαλκάνια, των ευρωπαϊκών καιν ατοϊκών πολιτικών στην Ανατολική Μεσόγειο, της ενεργειακής πολιτικής και της διαχείρισης των μεταναστευτικών ροών. Σε όλα αυτά τα θέματα, η ικανότητα της Ελλάδας να έχει μια θετική συνεισφορά δεν θα πρέπει να θεωρείται πλέον δεδομένη1.

Ένας παίκτης, όσο αδύναμος κι αν είναι σε μια δεδομένη χρονική στιγμή, όσο κι αν έχει χάσει τη φόρμα του, δεν μπορεί παρά να παραμένει παίκτης και να συνεχίζει να πλασάρει τον εαυτό του ως τέτοιον. Και πώς αλλιώς, αφού πρέπει να διαπαραγματεύεται τη μελλοντική του θέση στην ομάδα, να υπενθυμίζει στους συμπαίκτες του την αξία του και κυρίως να υπενθυμίζει “όλα εκείνα που μόνο αυτός μπορεί να κάνει”; Παράλληλα, πρέπει να εμφανίζει τον εαυτό του ως απαραίτητο και ταυτόχρονα να διασφαλίζει (στον βαθμό που του αναλογεί και με τις μεθόδους που του αντιστοιχούν) ότι ο ρόλος άλλων παικτών δεν θα αναβαθμιστεί σε τέτοιο βαθμό που να πάψει αυτός να έχει λόγο ύπαρξης. Και είναι ακριβώς αυτή η συνθήκη του παίκτη που φαίνεται να εμπνέει τους “ειδικούς αναλυτές”, οι οποίοι σπεύδουν όλο και πιο τακτικά να διατυπώσουν τις απόψεις τους και να καταστρώσουν τα σχέδια επί χάρτου που στη συνέχεια θα τροφοδητήσουν με επιχειρήματα μια (τουλάχιστον) μερίδα της ελληνικής αστικής τάξης και πιθανώς λιγότερο ή περισσότερο άμεσα να συμβάλουν στη διαμόρφωση της εξωτερικής πολιτικής του ελληνικού κράτους. Νομίζουμε ότι έχει κάποια σημασία να ασχολείται κανείς με το τι λένε και πώς ερμηνεύουν τον κόσμο όλοι εκείνοι που βρίσκονται σε εντεταλμένη υπηρεσία για λογαριασμό των αφεντικών, πρώτα και κύρια γιατί η οπτική τους επιβεβαιώνει (με αρνητικό για εμάς τρόπο, αλλά πάντως το επιβεβαιώνει) το προφανές. Ότι, δηλαδή, η οικονομική κρίση ή αλλιώς τα ζόρια που τραβάει ο ελληνικός καπιταλισμός δεν επιδέχεται οικονομικής, αλλά πολιτικής λύσης. Για να το πούμε αλλιώς, think tank όπως το ΕΛΙΑΜΕΠ επιμένουν στο ότι για να ξελασπώσει κάπως το ελληνικό κράτος θα πρέπει να επενδύσει στο σίγουρο χαρτί του: στη γεωπολιτική του θέση. Να επενδύσει στο γεγονός ότι στην ευρύτερη γειτονιά του, και συγκεκριμένα στην Ανατολική Μεσόγειο, οι σταθερές του πρόσφατου παρελθόντος έχουν κλονιστεί αρκετά μετά τις αραβικές εξεγέρσεις του προηγούμενου χρόνου, και να εκμεταλλευτεί τα περιθώρια ελιγμών, ανοιγμάτων και νέων συμμαχιών στην περιοχή. Να καταφέρει, σε τελική ανάλυση, να χρησιμοποιήσει τη ρευστότητα, την ένταση και τις ανακατατάξεις προς όφελός του και προς όφελος των συμμάχων του.

Για του λόγου το αληθές, ορίστε πώς βλέπει τα πράγματα ο “πονηρούλης” κύριος Θάνος Ντόκος, Γενικός Διευθυντής του ΕΛΙΑΜΕΠ:

Λαμβάνοντας υπόψη το πιθανό κόστος του να καταστεί η Ελλάδα ένα ανίσχυρο κράτος τόσο όσο προς την εσωτερική όσο και ως προς την εξωτερική της πολιτική και να μετατραπεί από παραγωγός σε καταναλωτή ασφάλειας, ένα τέτοιο ενδεχόμενο αποτελεί άραγε ένα ρίσκο που αξίζει τον κόπο να το πάρει η Ε.Ε (καθώς και οι ΗΠΑ); Επιπλέον, με δεδομένη την εξαιρετικά ασταθή και ρευστή κατάσταση στην περιφέρεια της Ευρώπης, κάτι που έχει να κάνει με τις αραβικές εξεγέρσεις, την ένταση με το Ιράν, την αβεβαιότητα στις σχέσεις Ε.ΕΤουρκίας και τον προσανατολισμό της εξωτερικής πολιτικής της Ρωσίας στην νέα εποχή Πούτιν, μπορεί η Ευρώπη να αντέξει τη δημιουργία ενός απόλυτου κενού και μιαςμαύρης τρύπαςόσον αφορά την ασφάλεια σε αυτή την κρίσιμη περιοχή; Ακόμα κι αν η Ε.Ε θα μπορούσε να επιβιώσει μετά από την οικονομική κατάρρευση της Ελλάδας (παρόλο που ακόμα κι αυτή η υπόθεση αμφισβητείται από ειδικούς, όχι εξαιτίας του μεγέθους της ελληνικής οικονομίας, αλλά εξαιτίας της πολύ χειροπιαστής, σε συμβολικό επίπεδο, ζημιάς που θα υποστεί η αξιοπιστία της ευρωζώνης), θα πρέπει κανείς να αναρωτηθεί αν μια χώρα με τη γεωπολιτική θέση της Ελλάδας και τηςειδικής της σχέσηςμε χώρες όπως η Ρωσία, το Ισραήλ, πολλές αραβικές χώρες, ακόμα και το Ιράν, θα μπορούσε να θωρηθεί ως μια ανεκτή απώλεια εκ μέρους μιας Ε.Ε που φιλοδοξεί να παίξει σημαίνοντα ρόλο σε διεθνές και τοπικό επίπεδο;2.

Όπως εύκολα καταλαβαίνει κανείς, ο κύριος Ντόκος (όπως και κάθε όμοιός του) γνωρίζει πολύ καλά εκείνο που η συντριπτική πλειοψηφία της ελληνικής κοινωνίας επιμένει σταθερά εδώ και δεκαετίες να αρνείται: ότι δηλαδή το ελληνικό κράτος καθορίζει τη στρατηγική του με βάση τα συμφέροντά του, ότι ακόμα κι όταν (ή μάλλον κυρίως τότε) η διεθνής κατάσταση είναι κάπως στριμόκωλη, εκείνο κοιτάζει να καβαντζωθεί όσο καλύτερα γίνεται· ότι τέλος πάντων ούτε κανείς του κάνει χάρες, αλλά ούτε και το επιβουλεύεται. Γιατί ο κύριος Ντόκος είναι επαγγελματίας απολογητής του ελληνικού ιμπεριαλισμού και ξέρει ποια είναι η δουλειά του, οπότε δεν έχει και κανένα λόγο να αναπαράγει τις διάφορες βλακείες περί “γερμανικής κατοχής”, “τέταρτου Ράιχ”, κ.τ.λ. Αντίθετα, έχει κάθε λόγο να υποστηρίζει ότι στους διακρατικούς ανταγωνισμούς (χωρίς, βέβαια, να τους αποκαλεί έτσι) τίποτε δεν είναι δεδομένο και ότι όσον αφορά το ελληνικό κράτος, τα έχει δουλέψει τα λεφτά που έπαιρνε και παίρνει, γιατί, εκτός των άλλων, αποτελούσε και αξακολουθεί να αποτελεί (με τις όποιες διακυμάνσεις) τον εγγυητή της σταθερότητας στο νοτιοανατολικό άκρο της Ευρώπης, με βασική αρμοδιότητα εδώ και περίπου μια δεκαετία να διασφαλίζει ότι η εισροή των μεταναστών εργατών που προέρχονται κυρίως από εμπόλεμες περιοχές της Ασίας και της Αφρικής θα πραγματοποιείται βάσει οργανωμένου σχεδίου.

Μα είναι δυνατόν να έχουν καμία σχέση με την πραγματικότητα;

Δεν γνωρίζουμε κατά πόσο το ελληνικό κράτος είναι σε θέση να υποστηρίξει στην πράξη και μακροπρόθεσμα αυτού του είδους τον “τσαμπουκά”, πατώντας με σιγουριά στο ότι “το έχουν ανάγκη”. Μπορούμε, ωστόσο, να υποθέσουμε ότι σε καμία περίπτωση το ελληνικό κράτος “δεν έχει την πολυτέλεια” να μην ενδιαφέρεται για την πραγματικότητα που βρίσκεται υπό διαμόρφωση στους τομείς του ενδιαφέροντός του. Όταν, λοιπόν, τα τσακάλια των think tank επιδίδονται στην παρουσίαση διάφορων ευφάνταστων σεναρίων δεν μοιάζει να κόπτωνται τόσο για την άμεση εφαρμογή και επιτυχία τους. Κόπτωνται πολύ περισσότερο για την κατοχύρωση ενός όσο το δυνατόν πιο πρωταγωνιστικού ρόλου στις διαπραγματεύσεις, τα πλακώματα και τη δημιουργία νέων ισορροπιών σε ζωτικής σημασίας περιοχές για το ελληνικό κράτος. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια, το πρόβλημα για το ελληνικό κεφάλαιο και τους πολιτικούς εκφραστές του δεν είναι έτσι γενικά και αφηρημένα η πιθανότητα εξόδου της χώρας από την ευρωζώνη ή ακόμα ακόμα και η διάλυση της ένωσης αυτής. Το πρόβλημα είναι να μπορεί να έχει λόγο και πάτημα στη “γειτονιά” του (αλλά και ευρύτερα) με ό,τι αυτό συνεπάγεται (της επιθετικής πολιτικής και της ενεργούς συμμετοχής σε έναν πολεμικό συνασπισμό ισχύος συμπεριλαμβανομένων). Γι’ αυτό και προτάσεις όπως του κυρίου καθηγητή και ερευνητή του ΕΛΙΑΜΕΠ, Ιωάννη Γρηγοριάδη, δεν είναι τόσο φαιδρές όσο φαίνονται εκ πρώτης όψης:

Επενδύοντας στους πολιτισμικούς, στρατιωτικούς και θεσμικούς πόρους, η Ελλάδα μπορεί να ασκήσει μια πολιτική που θα αποσκοπεί στην επίλυση της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή, παρόλη την οικονομική κρίση. (…) Η Ελλάδα θα μπορούσε να αναλάβει έναν ηγετικό ρόλο στην αντιμετώπιση της πειρατείας στο Κέρας της Αφρικής3, να προωθήσει μια καμπάνια υπέρ των πολιτικών δικαιωμάτων των χριστιανικών κοινοτήτων της Μέσης Ανατολής, καθώς και να συμβάλει στη διαμόρφωση θεσμών και εκπαιδευτικών προγραμμάτων στα αραβικά κράτη που βρίσκονται σε μεταβατική φάση. Αυτές οι πολιτικές θα συνδράμουν στην επανίδρυση της ελληνικής διπλωματίας σε μια περιοχή με ισχυρούς ιστορικούς, πολιτιστικούς και πολιτικούς δεσμούς με την Ελλάδα4.

Και κάπου εδώ, ακόμα και ο πιο “καλοπροαίρετος” θα παραξενευόταν: “καλά όλα αυτά, αλλά από πού κι ως πού στο Κέρας της Αφρικής; Δεν πέφτει λίγο μακριά;”. Ο κύριος Γρηγοριάδης, όμως, την έχει την απάντηση στο τσεπάκι: “... τα στρατηγικά συμφέροντα της Ελλάδας δεν περιορίζονται στην άμεση γειτονιά της, αλλά μπορούν να επεκτείνονται μέχρι και στον Ινδικό Ωκεανό αν λάβουμε υπόψη και έναν ιδιαίτερης σημασίας τομέα της ελληνικής οικονομίας, όπως είναι η ναυτιλία. (…) Μια μεγαλύτερη ελληνική εμπλοκή, θα υπογράμμιζε το ρόλο της Ελλάδας ως παροχέα ασφάλειας στην περιοχή5. Μάλιστα. Και οι δύο “εγκέφαλοι” του ΕΛΙΑΜΕΠ, λοιπόν, οδηγούνται στο ίδιο συμπέρασμα: το μέλλον του ελληνικού κράτους στα χρόνια της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης είναι η καθόλα παραγωγική εργασία της παροχής (ακόμα περισσότερης) ασφάλειας στα σύνορά του και πολύ πέρα από αυτά. Αν, τώρα, η προοπτική αυτή συνδεθεί με τη συστηματική αύξηση των ένστολων καθαρμάτων (να είναι, άραγε τυχαίο που σε μια περίοδο περικοπών των κρατικών δαπανών, ο μόνος τομέας του δημοσίου που συνεχίζει να κάνει προσλήψεις είναι εκείνος των σωμάτων ασφαλείας και κυρίως της αστυνομίας;) εντός των συνόρων, γίνεται όλο και πιο ορατή η ταύτιση εσωτερικής και εξωτερικής πολιτικής. Μιας πολιτικής που γίνεται όλο και πιο έκδηλα επιθετική, χωρίς παρόλ’ αυτά να βρίσκει απέναντι της ούτε τα πλέον στοιχειώδη αναχώματα. Έτσι, “πολύ λογικά”, ένα κράτος που βρίσκεται σε ανοδική τροχιά στρατιωτικοποίησης και φασιστικοποίησης είναι δυνατό να γίνεται αντιληπτό ως “κατεχόμενο”, “διαλυμένο”, “ανίκανο να ασκήσει ανεξάρτητη πολιτική” και τελειωμό δεν έχει η βλακεία.

1Thanos Dokos, “Who lost Greece? The geopolitical consequences of the greek crisis”, έκδοση του ΕΛΙΑΜΕΠ, Φλεβάρης 2012.

2Thanos Dokos, ό.π.

3Από το Κέρας της Αφρικής διέρχεται ένα μεγάλο κομμάτι του παγκόσμιου εμπορίου και γι’ αυτό πρέπει να “βασιλεύει η ασφάλεια” και όχι η πειρατεία. Εμπορικές δυνάμεις όπως η Κίνα, η Ρωσία, η Ινδία και η Βραζιλία δείχνουν να ξενερώνουν με τις επιθέσεις των πειρατών και υποψιαζόμαστε ότι θα καλόβλεπαν τα καμάρια μιας από τις παγκόσμιες ναυτιλιακές δυνάμεις να κόβουν βόλτες στα ανοικτά του Ινδικού Ωκεανού…

4Ioannis N. Grigoriadis, “Seeking opportunities in crisis times: greek foreign policy in the Middle East”, έκδοση του ΕΛΙΑΜΕΠ, Μάρτης 2012.

5Ioannis N. Grigoriadis, ό.π.


Αρέσει σε %d bloggers: