σχιζό metropolitans #9 – Όταν οι μπάτσοι διδάσκουν Πολιτική Οικονομία

Το Πανεπιστήμιο έχει ξοφλήσει από καιρό. Όποιος είναι ή έχει υπάρξει φοιτητής τα τελευταία χρόνια όλο και κάτι θα έχει πάρει χαμπάρι. Το παραμύθι με τα πτυχία έχει λήξει προ πολλού και αυτή η αίσθηση της ματαιότητας είναι διάχυτη στα αμφιθέατρα: δεν πρέπει να είναι και λίγοι εκείνοι που δεν μπορούν να το χωνέψουν και αναρωτιούνται: “μα τι σκατά κάνουμε εδώ μέσα, αφού έτσι κι αλλιώς άνεργοι θα μείνουμε ή στην “καλύτερη” θα δουλεύουμε 4ωρο για 250 ευρώ;”. Το όνειρο που έθρεψε την καθημερινότητα της ελληνικής οικογένειας εδώ και δεκαετίες, δηλαδή η επένδυση στην εκπαίδευση του παιδιού, η επιβεβαίωση και η περηφάνια της μαμάς και του μπαμπά για τις περγαμηνές του βλασταριού, δεν μπορούν πια να οδηγήσουν στο γνωστό τέλος του δρόμου. Δεν μπορούν να οδηγήσουν στον διορισμό στο δημόσιο, την εξασφάλιση, την τακτοποίηση και την καριέρα. Οπότε το όνειρο θα μένει όλο και πιο πολύ και για όλο και πιο πολλούς απραγματοποίητο. Τι απομένει, λοιπόν, να κάνει κανείς μέσα σε αυτούς τους χώρους; Να περνοδιαβαίνει για τέσσερα (και βάλε) χρόνια χωρίς να ξέρει ούτε τι ακριβώς κάνει ούτε γιατί το κάνει; Να γίνει γλύφτης μέχρι εκεί που δεν παίρνει, μπας και αρπάξει κανένα κοκαλάκι; Να μυξοκλαίγεται όλη μέρα για την γκαντεμιά του που δεν γεννήθηκε “στις καλές εποχές”; Να απαιτεί “πτυχία με αξία” και να μιλάει σαν ιδιοκτήτης ενός λαμπρού μέλλοντος που θα το διεκδικήσει (στην κυριολεξία) με όλα τα μέσα; Στις στριμωγμένες εποχές της κρίσης υπάρχει άπλετος χώρος για τέτοιες και αντίστοιχης κατάντιας συμπεριφορές. Κι όποιος τη βγάλει καθαρή.

 

Μας φαίνεται, όμως, ότι τους τελευταίους μήνες σε δύο τουλάχιστον σχολές της Αθήνας (στην ΑΣΟΕΕ και τη Νομική) το “πραγματικό” αντικείμενο των σπουδών διδάσκεται λίγο έξω από τις πανεπιστημιακές αίθουσες και τα εργαστήρια. Και διδάσκεται από τους μπάτσους. Γιατί, βέβαια, οι αστυνομική διαχείριση των μεταναστών μικροπωλητών που πραγματοποιείται στην οδό Μασσαλίας και στην Πατησίων θα μπορούσε κάλλιστα να θεωρηθεί ως η πεμπτουσία του Δικαίου και της Πολιτικής Οικονομίας. Και πώς αλλιώς, αφού τα ΜΑΤ και οι ασφαλίτες που κατοικοεδρεύουν στα δύο σημεία φέρνουν καθημερινά σε πέρας μια πολύ συγκεκριμένη αποστολή: να διασφαλίζουν τον αποκλεισμό, τον ασφυκτικό έλεγχο και το κυνήγι ενός κομματιού της εργατικής τάξης που βρίσκεται με την πλάτη στον τοίχο. Οι διμοιρίες που έχουν στρατοπεδεύσει στο κέντρο της Αθήνας αποτελούν κομμάτι του σχεδίου για τη διαχείριση της εργασίας των μεταναστών (και όχι μόνο) και με τον έναν ή τον άλλο τρόπο είναι εκεί για να μείνουν. Γιατί όσο θα ζορίζει η κατάσταση για τον ελληνικό καπιταλισμό, τόσο περισσότερο οι μπάτσοι θα αναλαμβάνουν ενεργότερο ρόλο στη διαχείριση του “ανθρώπινου δυναμικού”.

 

Όποιος πριν από έναν χρόνο και όταν ξεκινούσε η απεργία πείνας των 300 μεταναστών εργατών υποψιαζόταν “προς τα πού πάει το πράγμα” με την αστυνομική κατοχή του κέντρου, πιθανώς τώρα να βλέπει ότι δεν έχουμε να κάνουμε με “απλές ασκήσεις ετοιμότητας”. Έχουμε να κάνουμε με μια στρατηγική, οι επιμέρους τακτικές της οποίας μπορούν να διαφοροποιούνται ως προς τη διάρκεια, την ένταση και την ισχύ (ανάλογα με τα κάθε φόρά δεδομένα), αλλά επιβεβαιώνουν πάντοτε τη βασική μέθοδο που δεν είναι άλλη από την αναγωγή πολιτικών ζητημάτων σε ζητήματα δημόσιας τάξης. Φυσικά, αυτό το νιώθουν στο πετσί τους πρώτα και κύρια οι ίδιοι οι μετανάστες και γι’ αυτό αρκετά συχνά και στο μέτρο των δυνατοτήτων τους υπερασπίζονται τον εαυτό τους απέναντι στις επίθεσεις που δέχονται από ένστολα ή μη καθάρματα. Μέσα στο στρατόπεδο του κέντρου της Αθήνας που έχει στήσει το ελληνικό κράτος, η Πατησίων και η Μασσαλίας συνιστούν δύο “φυλασσόμενες ζώνες” συγκέντρωσης, επίβλεψης και πειθάρχησης της (λιγότερο ή περισσότερο) παρανομοποιημένης εργασίας των μεταναστών. Και αν κρίνουμε από τα όσα συνέβησαν και ακόμα συμβαίνουν σε άλλες ζώνες αυτού του μεγάλου, ανοιχτού στρατοπέδου (π.χ στον Άγιο Παντελεήμονα, στα πέριξ της Ομόνοιας, κ.α), η εμφάνιση της ελληνικής αστυνομίας στα συγκεκριμένα σημεία ούτε τυχαία ούτε συγκυριακή είναι. Η ελληνική αστυνομία, από κοινού με τα κάθε είδους φασιστοειδή, με τους Πρυτάνεις και τους καθηγητές στις επάλξεις και με τη σιωπηρή συγκατάθεση της συντριπτικής πλειοψηφίας που αναγνωρίζει πως “όπως κι αν το κάνουμε, υπάρχει πρόβλημα”, ασκεί συντονισμένα πίεση και παίζει το ρόλο του επόπτη στην οργάνωση της εργασίας. Οπότε, όσοι δεν καλοβλέπουν τη μόνιμη αστυνομική παρουσία και συγκρούονται με τους μπάτσους όταν οι τελευταίοι επιτίθενται στους μετανάστες μικροπωλητές, παίρνουν στην πράξη θέση δίπλα στους ταξικούς τους συμμάχους και διεκδικούν (με τον ένα ή τον άλλο τρόπο) να έχουν λόγο για την “αναβάθμιση” των σχολών σε προαύλιο χώρο αστυνομικού τμήματος. Και πολύ καλά κάνουν.


Αρέσει σε %d bloggers: