σχιζό metropolitans #3 – Editorial – Τι είναι αυτό που το λένε «κίνημα»;

Υπάρχει μια έκφραση μέσα στην άκρα αριστερά που θα μπορούσε να συμπυκνώσει την ιστορία του συνόλου του κινήματος εδώ και πολλά χρόνια: «Ο μόνος αγώνας που χάνεται είναι αυτός που δεν δίνεται». Οι αγώνες όπως όλοι όμως ξέρουν δεν δίνονται για να χάνονται. Και πώς θα μπορούσε να γίνεται αλλιώς; Η άκρα αριστερά στα πανεπιστήμια έχει και μια άλλη έκφραση, για τους πιο μυημένους: «του χρόνου (παραχρόνου, αύριο, μετά από χ τέρμινα τέλος πάντων) θα έχουμε κίνημα». Έτσι το βλέπουν το κίνημα, σαν κάτι που έρχεται και φεύγει∙ σαν κάτι που μπορεί να προβλεφθεί∙ σαν καιρικό φαινόμενο∙ σαν τραίνο, στο οποίο άμα θες ανεβαίνεις. Από την άλλη, άμα δεν θες, μπορείς να περιμένεις και το επόμενο.

 

Εδώ και πολύ καιρό αν ένας νόμος διέπει το σύμπαν των λογιών λογιών «επαναστατικών» χώρων, αυτός δεν είναι άλλος από το νόμο της αδράνειας. Κάπως συγκεντρώθηκαν ορισμένες δυνάμεις, κάπως πήραν μπρος και κάπως τσούλησαν φτιάχνοντας έναν επαναστατικό παράλληλο μικρόκοσμο, ο οποίος καταφέρνει να αναπαράγει τον εαυτό του. Και από εδώ πηγάζει η ευκαιριακή θέαση του αγώνα. Σαν να λέμε: «Εδώ ήμασταν κι εδώ θα είμαστε, τίποτα δεν ταράζει την ηρεμία μας». Έχει φτιαχτεί, λοιπόν, μια κυκλική κανονικότητα η οποία επαναλαμβάνεται αέναα και ο καθένας έχει το ρόλο του στο συγκεκριμένο παιχνίδι. Κάποιοι είναι εκεί για τις συγκρούσεις με την αστυνομία, κάποιοι για να τσιμπήσουν κανά μέλος για την οργάνωσή τους και κάποιοι για να εξαργυρώσουν το δρόμο με ψήφους. Και όλοι αυτοί ανάμεσα σε ένα πλήθος που αρνείται να οργανωθεί και να γίνει κάτι πέρα από αυτό∙ παραμένει πεισματικά πλήθος. Αλλά ποιος νοιάζεται; Το πλήθος είναι χρήσιμο, αν θες να ελίσσεσαι ανάμεσά του. Γιατί αν το πλήθος γίνει κίνημα (κάτι που, ας μην ξεχνάμε, περιλαμβάνει και την πολιτική αυτοοργάνωσή του), για πολλούς τα πράγματα θα είναι πολύ πιο δύσκολα. Έτσι, τα περίφημα «κινήματα» θεωρούνται ξοφλημένα καταρχήν από τους ίδιους τους διοργανωτές που κρατάνε τα πανό στις διαδηλώσεις. Όλα ξεκινάνε κάθε φορά τόσο «απρόσμενα», ενώ εντός ολίγου ξανασβήνουν πρώτα και κύρια από τους πιο «δραστήριους», οι οποίοι «δραστηριοποιούνται» πλέον στις κάλπες και τις εκλογές. Να πώς καταλήξαμε κανείς να μην εννοεί πραγματικά αυτά που λέει.

 

Παρόλ’ αυτά, υπάρχει και μια δεύτερη έκφραση που κρύβει μέσα της μια πολύ πιο σκληρή αλήθεια: «όποιος κάνει μισές επαναστάσεις, απλώς σκάβει το λάκκο του». Γιατί μπορεί, εμείς όλοι, να έχουμε μάθει πως στο τέλος ενός αγώνα εδώ θα είμαστε να κάνουμε τον απολογισμό μας και να δρέψουμε τα όποια οφέλη. Από τη στιγμή, όμως, που γινόμαστε επικίνδυνοι (αυτός δεν είναι και ο σκοπός μας;), από τη στιγμή που σταματάμε να είμαστε μια «αδιάφορη σύναξη, παραστρατημένων νεολαίων», είναι προφανές πως τα πράγματα αλλάζουν. Μπορεί στο τέλος των «αγώνων που χάνονται αν και το ‘κίνημα’ βγήκε κερδισμένο», να υπάρχει η πραγματική ήττα. Μπορεί να υπάρχει ο θάνατος ή η συντριβή ή η εξαφάνιση. Και πράγματι για να είναι ένας αγώνας τέτοιος θα πρέπει να έχει κάποιους σκοπούς, κάποιο ζητούμενο, κάτι τέλος πάντων για το οποίο να μπορείς πεις στο τέλος αν πέτυχε ή όχι∙ να μπορείς να ορίσεις τι χάθηκε και πώς αυτό θα ξαναφτιαχτεί. Γιατί το κίνημα δεν εμφανίζεται και εξαφανίζεται ούτε τυχαία ούτε περιοδικά∙ αφήνει πίσω του νίκες και ήττες. Κατά συνέπεια, η αντίληψη ενός αιώνιου παρόντος, δίχως παρόν και μέλλον είναι καθαρά μικροαστική. Είναι προϊόν της τάξης που ενώ καταλαβαίνει πως το μέλλον δεν τη χωράει, δεν μπορεί να δει άλλη προοπτική∙ δεν μπορεί να συναινέσει με την καταστροφή αυτού του κόσμου γιατί κάτι τέτοιο συνεπάγεται και την καταστροφή του ίδιου του εαυτού της. Έτσι, το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να ζητήσει το σταμάτημα της μηχανής του χρόνου∙ να μείνουν όλα όπως είναι∙ τίποτα να μην αλλάξει. Και σε έναν κόσμο που τίποτα δεν επιτρέπεται να κινείται, δεν αναγνωρίζεται ότι υπήρξε κινητικότητα και στο παρελθόν. Με άλλα λόγια, για τον μικροαστό η ιστορία είναι το ίδιο απαγορευμένη με το μέλλον.

 

Για όποιον, λοιπόν, προσπαθεί να βγει από την ανυποληψία, η ρουτινιάρικη αντίληψη του κινήματος, η αντίληψη του «κάπως τα κουτσοβολέψαμε και σήμερα» στο πολιτικό «μεροδούλι μεροφάι» και «έχει αύριο ο θεός» που τόσο έχει δοκιμαστεί στον πραγματικό κόσμο τον δρόμων και των κοινωνικών σχέσεων, θα αποδειχτεί δραματική. Ταυτόχρονα, τα γεγονότα διαρκώς επιταχύνονται και μοιάζει να οδηγούμαστε ασυμπτωματικά προς καταστάσεις που δεν μπορούμε μεν να τις φανταστούμε, θα έπρεπε δε να τις γνωρίζουμε από καιρό. Μιας και ποτέ η στιγμή δεν ήταν κατάλληλη για τη «χομπίστικη ενασχόληση με την πολιτική». Μέσα σε αυτά τα πλαίσια, η λογική ενός πλήθους που απλώς συμμετέχει για τη συμμετοχή, που παίζει απλώς το ίδιο έργο γιατί είναι το μόνο που γνωρίζει, έχει φτάσει από καιρό στα όριά της (αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει πως θα ξεπεραστεί και από μόνη της). Ή θα υπάρξει η πολιτική αυτοοργάνωση ή θα βρισκόμαστε να ζούμε ξανά και ξανά την ίδια ιστορία (και η εποχή που η τελευταία ήταν «φάρσα» έχει περάσει ανεπιστρεπτί, τώρα έρχεται η «τραγωδία»). Το τελευταίο, μάλιστα, επεισόδιο της πρόσφατης κρίσης μας θέτει ένα δίλημμα: είτε θα αντιληφθούμε τη σοβαρότητα των καταστάσεων και άρα θα καταφέρουμε να ανταποκριθούμε στις απαιτήσεις τους, είτε θα εξαφανιστούμε πανηγυρίζοντας άλλη μια νίκη που μετριέται σε «πτώματα»…


Αρέσει σε %d bloggers: